Τον Αύγουστο του 2024, το Μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου έλαβε μια επιστολή από τον Γιούρι Τσίζ, έναν γνωστό επιχειρηματία από τη Λευκορωσία, στον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε επιβάλει κυρώσεις για «οικονομική υποστήριξη του καθεστώτος Λουκασένκο».
Ο αρχηγός του κράτους της Λευκορωσίας, Αλεξάντερ Λουκασένκο, κρατά την εξουσία από το 1993, νοθεύοντας τις εκλογές και υποβάλλοντας σε βασανιστήρια όσους τον επικρίνουν και σε συλλήψεις και κακομεταχείριση όσους διαδηλώνουν εναντίον του, με τη βοήθεια και την έγκριση του Κρεμλίνου.
Στην επιστολή του – η οποία περιήλθε στην κατοχή της λευκορωσικής μη κυβερνητικής οργάνωσης Rabochy Ruch και την μοιράστηκε με το Λευκορωσικό Κέντρο Διερευνητικής Δημοσιογραφίας BIC – ο Γιούρι Τσιζ ισχυρίζεται ότι ήταν ανέκαθεν ο τελικός πραγματικός δικαιούχος των εταιρειών Welgro Services Ltd και Profax Investments Ltd. Οι δύο αυτές εταιρείες είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο από την ίδρυσή τους το 2008 σε εντολοδόχους. Ο ισχυρισμός του αποτελεί μέρος μιας συνεχιζόμενης νομικής διαμάχης στα δικαστήρια της Λευκορωσίας, με την οποία ο Τσιζ αμφισβητεί την τρέχουσα ιδιοκτησία των εταιρειών από τα ίδια του τα παιδιά.

Η επιστολή του Τσιζ προς το Μητρώο Εταιρειών της Κύπρου
Αλλά, πριν οι συγγενείς του καταχωρηθούν ως μέτοχοι το 2017, οι εταιρείες στις οποίες ο Τσιζ διεκδικεί δικαιώματα ανήκαν στην Imperium Nominees Ltd. Μέχρι το 2016, τις υπηρεσίες τους τις παρείχαν η Imperium Services Ltd ως γραμματέας και η δικηγορική εταιρεία Νίκος Αναστασιάδης και Συνέταιροι, ως νομικοί σύμβουλοι.
Αυτό περιλαμβάνει και την περίοδο κατά την οποία ο Τσιζ βρισκόταν κάτω από τις κυρώσεις της ΕΕ μεταξύ 2012 και 2015.

Η επιστολή του Τσιζ προς το Μητρώο Εταιρειών της Κύπρου
Από τα αρχεία του Μητρώου Εταιρειών της Κύπρου επιβεβαιώνεται ότι οι μέτοχοι της Imperium Nominees Ltd κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν η θυγατέρα του πρώην προέδρου της Κύπρου Νίκου Αναστασιάδη, Έλσα Αναστασιάδη, καθώς και οι μακροχρόνιοι επιχειρηματικοί συνέταιροι του, Στάθης Λέμης και Θεοφάνης Θ. Φιλίππου. Η Ινώ Αναστασιάδη εντάχθηκε στην Imperium Nominees Ltd το 2015.
Ο ίδιος ο Νίκος Αναστασιάδης κατείχε το μεγαλύτερο μέρος της δικηγορικής εταιρείας που φέρει το όνομά του, καθώς και της Imperium Services Ltd, έως ότου μεταβίβασε τις μετοχές του στις κόρες του και τους συνεργάτες του τον Φεβρουάριο του 2013, λίγο πριν αναλάβει τα καθήκοντα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, ο πρώην πρόεδρος έγραψε ότι «αγνοώ και ως εκ τούτου αδυνατώ να απαντήσω για τα θέματα που άπτονται του ονόματος μου”, αλλά υποστήριξε ότι η δικηγορική εταιρεία που φέρει το όνομά του «ακολούθησε και ακολουθεί καθ’ όλα νόμιμες διαδικασίες». Επισύναψε επίσης μια δήλωση του 2021 προς τη Βουλή, στην οποία ισχυριζόταν ότι “η συμμετοχή μου στη διαχείριση των υποθέσεων του πρώην δικηγορικού μου γραφείου ήταν μηδενική” από το 1997 και ότι “ουδεμία σχέση ή διασύνεση είχα ή διατηρώ με το γραφείο που φέρει την επωνυμία μου” από τότε που μεταβίβασε τις μετοχές του το 2013.
(Ο Αναστασιάδης είχε προηγουμένως δηλώσει στο CIReN ότι ήταν «σιωπηλός εταίρος» στο δικηγορικό γραφείο από τη στιγμή που εξελέγη πρόεδρος του πολιτικού του κόμματος ΔΗΣΥ το 1997. Το CIReN έχει γράψει ότι ο Αναστασιάδης εισέπραττε μερίσματα από το δικηγορικό γραφείο ως το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του μέχρι και το 2012.)
Απαντώντας γραπτώς εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Νίκος Αναστασιάδης και Συνέταιροι, το οποίο περιλαμβάνει όλους τους μετόχους των εταιρειών Imperium, ο Φιλίππου ανέφερε ότι «αρνούμαστε κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς για παράνομη ή αθέμιτη συμπεριφορά εκ μέρους της εταιρείας μας» και ισχυρίστηκε ότι οι ερωτήσεις που τέθηκαν από τους δημοσιογράφους ήταν «αβάσιμες, αναπόδεικτες και φαίνεται να βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις».
Ο Τσιζ, από την πλευρά του, ισχυρίστηκε στην επιστολή προς το Μητρώο Εταιρειών ότι όλοι οι αξιωματούχοι των εταιρειών που διεκδικεί «γνώριζαν πάντα ότι είμαι ο τελικός δικαιούχος της επιχείρησης» και ότι οι εταιρείες «υποστηρίζονταν πάντα με τα χρήματά μου, ενώ εγώ έδινα πάντα δεσμευτικές οδηγίες».
Πιο συγκεκριμένα, ο Τσιζ δηλώνει ότι ήταν ιδιοκτήτης των εταιρειών από το 2008 έως το 2017 μέσω της Imperium Nominees Limited. Ο Τσιζ δεν απάντησε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.
«Οι εντολοδόχοι και οι διευθυντές μιας εταιρείας, καθώς και όσοι παρέχουν εταιρικές υπηρεσίες σε αυτήν, έχουν νομική υποχρέωση να γνωρίζουν την ταυτότητα του πελάτη τους, καθώς και την προέλευση των χρημάτων», δήλωσε ο Κύπριος δικηγόρος Χαρίλαος Βελάρης στο CIReN. «Η υποχρέωση είναι η ίδια και για τους ονομαστικούς μετόχους (nominees). Πρέπει να γνωρίζουν ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος (UBO) και να μην τον βοηθούν να διαπράξει αδίκημα», κατέληξε.
«Σημαντικός κύκλος εργασιών»
Από τις τρεις κυπριακές εταιρείες που ο Τσιζ ανέφερε το 2024 στην επιστολή του προς το Μητρώο Εταιρειών της Κύπρου, οι δύο αποτελούν αντικείμενο της αγωγής που κατέθεσε τον Σεπτέμβριο στο Οικονομικό Δικαστήριο της Περιφέρειας Μινσκ.
Ο ισχυρισμός του έναντι των Welgro και Profax είναι ότι κατέχουν συνολικά το 90% των μετοχών της TriplePharm, μιας λευκορωσικής φαρμακευτικής εταιρείας που συνδέεται δημοσίως με τον Τσιζ. Στην πραγματικότητα, η TriplePharm ήταν μία από τις εταιρείες που η ΕΕ επέβαλε κυρώσεις σε σχέση με τον Τσιζ το 2012.
(Οι κυρώσεις της ΕΕ αναιρέθηκαν το τέλος του 2015, αφού ο Τσιζ ζήτησε την ακύρωση της απόφασης επιβολής κυρώσεων.)
Στα εταιρικά αρχεία της Λευκορωσίας επιβεβαιώνεται ότι η TriplePharm ανήκει στις εταιρείες Welgro και Profax από την ίδρυσή της το 2008.
Στην επιστολή προς το Μητρώο Εταιρειών της Κύπρου, ο Τσιζ υποστήριξε ότι οι εταιρείες του στη Λευκορωσία έχουν «μακρά ιστορία και σημαντικό κύκλο εργασιών» και, ως εκ τούτου, τα παιδιά του, το μεγαλύτερο από τα οποία γεννήθηκε το 1988, δεν θα μπορούσαν λογικά να είναι οι τελικοί ιδιοκτήτες.
Τα οικονομικά αρχεία δείχνουν ότι η Profax δάνεισε εκατομμύρια στην TriplePharm και, όταν το 2012 επιβλήθηκαν κυρώσεις στην εταιρεία της Λευκορωσίας και στον Chyzh, αυτή εξακολουθούσε να χρωστάει πάνω από 500.000 δολάρια. Τα οικονομικά αρχεία της Profax εμφανίζουν ότι το δάνειο αποπληρώθηκε το 2014, μια συναλλαγή που φαίνεται να παραβιάζει τις κυρώσεις της ΕΕ.
Οι ισχυρισμοί του Chyzh σχετικά με την ιδιοκτησία αποκαλύπτουν μια άλλη, μέχρι τώρα μη επιβεβαιωμένη σύνδεση: μια κυπριακή εταιρεία που κατέγραψε κύκλο εργασιών πολλών δισεκατομμυρίωνν δολαρίων από ένα σχέδιο επανεξαγωγής ρωσικού πετρελαίου, το οποίο έλαβε χώρα μεταξύ 2011 και 2014.
Η Mabor Co χορήγησε τεράστια δάνεια σε άλλες εταιρείες του δικτύου, συμπεριλαμβανομένου ενός δανείου ύψους 222,2 εκατομμυρίων δολαρίων το 2011 στην κυπριακή εταιρεία Bertament Limited. Τα οικονομικά έγγραφα από το μητρώο της Κύπρου δείχνουν ότι η Mabor καταχωρήθηκε ως «συνδεδεμένο μέρος» της Bertament, πράγμα που υποδεικνύει ότι υπάρχει επίσημη σχέση μεταξύ τους μέσω διευθυντών ή ιδιοκτητών. Και επειδή η Bertament καταχωρείται στα έγγραφα της εταιρείας ως θυγατρική της Profax, ο ισχυρισμός του Τσιζ υποδηλοί ότι αυτός είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης. Δεν είναι σαφές εάν το δάνειο αποπληρώθηκε.
Τον Ιανουάριο του 2012, η Bertament Limited υπέγραψε σύμβαση για 16ήμερη διαμονή μιας ομάδας Λευκορώσων σε ρωσικό χιονοδρομικό κέντρο. Το τιμολόγιο ύψους 25.000 δολαρίων εκδόθηκε στο όνομα του Θεοφάνη Φιλίππου, ενώ στη λίστα των επισκεπτών περιλαμβάνονταν ο Τσιζ, δύο επιχειρηματίες που επί του παρόντος υπόκεινται σε κυρώσεις από την ΕΕ, αρκετοί αθλητές και νικήτριες καλλιστείων, καθώς και ο προσωπικός ιερέας του Αλεξάντερ Λουκασένκο. Οι διακοπές τους συνέπεσαν με τη διαμονή του Λουκασένκο στο ίδιο θέρετρο, όπου εκτός από τις σύντομες διακοπές του, ο Λευκορώσος ηγέτης συναντήθηκε με τον τότε Ρώσο πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεφ για πολιτικές συνομιλίες.
Στα χαρτιά, η Mabor Co είχε επίσης ονομαστική ιδιοκτησία και λειτουργούσε υπό την Imperium Nominees Limited.
Η Mabor διαλύθηκε τον Ιούλιο του 2024, ένα μήνα πριν ο Τσιζ απευθυνθεί στο Mητρώο Εταιρειών της Κύπρου για να κατοχυρώσει δικαιώματα ιδιοκτησίας επί της Profax.
Ο Φιλίππου, μέτοχος της Imperium Nominees και διευθύνων εταίρος της δικηγορικής εταιρείας Νίκος Χρ. Αναστασιάδης και Συνεταίροι, υπέγραψε τα έγγραφα για τις μεταφορές κεφαλαίων της Mabor.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία, ο Φιλίππου είπε ότι θυμόταν το όνομα της εταιρείας, αλλά αρνήθηκε να σχολιάσει τις λεπτομέρειες. Δεν απάντησε γραπτώς σε ερωτήσεις σχετικά με την Mabor.