Πήγαινε πίσω

Αδιαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ

Αδιαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ
Credit: Turgut Denizgil

Η Κύπρος αποφεύγει τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της, εν μέσω σημαντικών αλλαγών στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ. Η νομοθεσία της ΕΕ προβλέπει άμεση και εύκολη πληροφόρηση των πολιτών για να γνωρίζουν σε ποιον ανήκουν τα ΜΜΕ, αλλά δεν εφαρμόζεται στην πράξη. Ούτε η κυβέρνηση ούτε τα ΜΜΕ ανέλαβαν πρωτοβουλία να ευθυγραμμιστούν με τις νομικές υποχρεώσεις τους για διαφάνεια. 

Από τον περασμένο Αύγουστο, τέθηκε σε ισχύ με άμεση εφαρμογή (direct effect) στα κράτη μέλη της ΕΕ ο Κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Πράξη Δημοσιογραφικής Ελευθερίας (EMFA). Μεταξύ των ουσιωδών προνοιών του, η ευρωπαϊκή νομοθεσία υποχρεώνει τους παρόχους μέσων ενημέρωσης να δημοσιοποιούν την ιδιοκτησία τους, κατά τρόπο που να είναι άμεσα και εύκολα προσβάσιμη. Υποχρεώνει επίσης το κράτος να δημιουργήσει δημόσια βάση δεδομένων για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ για να το εποπτεύει. Η νομοθεσία είναι δεσμευτική αλλά τίποτα δεν εφαρμόζεται στην πράξη.

Με βάση τον Κανονισμό 2024/1083 τα ΜΜΕ θα έπρεπε να αποκαλύπτουν τους άμεσους και έμμεσους ιδιοκτήτες τους και να προσδιορίζουν όσους μπορούν να επηρεάσουν τις δημοσιογραφικές (συντακτικές) ή τις στρατηγικές αποφάσεις τους. Μέχρι σήμερα, όμως, οι Κύπριοι πολίτες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν σε ποιον ανήκουν τα ΜΜΕ, ποιος βρίσκεται πίσω από τις ειδήσεις. 

Την ανάγκη διαφάνειας στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ ανέδειξε το Κυπριακό Κέντρο Διερευνητικής Δημοσιογραφίας CIReN το 2024. Την περασμένη Πέμπτη (8/1/2026) δημοσίευσε την επικαιροποιημένη έκθεσή του με τίτλο “σε ποιον ανήκουν τα ΜΜΕ” στην Κύπρο. Η έρευνα αυτή διενεργήθηκε εν μέσω σημαντικών αλλαγών σε μεγάλα συγκροτήματα ΜΜΕ στην Κυπριακή Δημοκρατία, ορισμένα από τα οποία εξήγγειλαν είσοδο στο χώρο νέων μεγάλων επιχειρηματικών επενδυτών.

Το CIReN ανέτρεξε σε στοιχεία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ και τα συσχέτισε για σκοπούς επαλήθευσης με τα στοιχεία του Μητρώου Εφόρου Εταιρειών. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι εύκολα προσβάσιμα από το ευρύ κοινό. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη κατέγραψε τα κενά στη διαφάνεια και την πολυφωνία στην Κύπρο και αυτό το μήνα θα συναντηθεί με ενδιαφερόμενους φορείς για τη σύνταξη της ετήσιας έκθεσης της για το κράτος δικαίου στην Κύπρο.

Γιατί μας αφορά

Η ΕΕ υιοθέτησε Κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Πράξη για τη Δημοσιογραφική Ελευθερία (EMFA) για να καταστήσει υποχρεωτική τη διαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ και να ενισχύσει τη συντακτική ανεξαρτησία. Αυτός που κατέχει τα μέσα ενημέρωσης είναι σε θέση να επηρεάζει το περιεχόμενο των ειδήσεων. Χωρίς διαφάνεια, η δημόσια συζήτηση μπαίνει σε κίνδυνο να παραμορφωθεί, υπονομεύοντας την πολυφωνία και την εμπιστοσύνη στη δημοσιογραφία.

Στην Κύπρο παρατηρείται ανησυχητική κατάσταση με βάση διεθνείς αξιολογήσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία έπεσε 12 θέσεις στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου 2025 της RSF (Διεθνής Οργάνωση “Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα”). Στη διεθνή κατάταξη βρίσκεται στην 77η θέση από 180 χώρες. Η RSF υπογραμμίζει την επιρροή που έχουν πάνω στα ΜΜΕ η κυβέρνηση και η εκκλησία, καθώς και τις στενές σχέσεις ιδιοκτητών ΜΜΕ με την εκάστοτε πολιτική εξουσία καθώς και ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Η κατάσταση αδιαφάνειας στην ιδιοκτησία των ΜΜΕ στην Κύπρο αξιολογήθηκε ως υψηλού κινδύνου (90%) για την πολυφωνία από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Πλουραλισμού των ΜΜΕ. Ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση στο βόρειο τμήμα του νησιού. 

Στην έκθεση του για το 2025, το CIReN έκανε επικαιροποίηση στοιχείων ιδιοκτησίας των ΜΜΕ, συμπεριέλαβε όλα τα παγκύπρια τηλεοπτικά κανάλια και τις εφημερίδες, καθώς και επιπρόσθετα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Με την έρευνα του, προσπαθεί να καλύψει το κενό ενημέρωσης και να ελέγξει αλλαγές στην ιδιοκτησία, αλλά και το κατά πόσο εξαγγελίες για στρατηγικούς επενδυτές ανταποκρίνονται με επίσημα εταιρικά αρχεία μετόχων και πραγματικών δικαιούχων. 

Νομική υποχρέωση

Στην ΕΕ υπάρχει σήμερα μια νέα πραγματικότητα σε ότι αφορά τη διαφάνεια των ΜΜΕ. Με νόμο, οι Κύπριοι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ. Αλλά μέχρι στιγμής, η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν έχει εφαρμοστεί. 

Ο Κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Πράξη Δημοσιογραφικής Ελευθερίας ψηφίστηκε τον Απρίλιο του 2024 και τέθηκε σε πλήρη ισχύ με άμεση εφαρμογή στα κράτη μέλη στις 8 Αυγούστου 2025. Η άμεση νομική ισχύς της νομοθεσίας αφορά δύο από τις πιο ουσιώδεις πρόνοιες του: τη διασφάλιση πρώτον, της δημοσιογραφικής συντακτικής ανεξαρτησίας και, δεύτερον τη διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ΜΜΕ. 

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν εφαρμόζει μέχρι στιγμής τη νομοθεσία, επικαλούμενη εσωτερικές ρυθμίσεις που απαιτεί ο Κανονισμός, όπως η θέσπιση ενός κοινού πλαισίου εποπτείας και η ανάθεση καθηκόντων σε εσωτερικούς θεσμούς για τις υπηρεσίες ενημέρωσης. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη ρητή υποχρέωση της να εφαρμόσει το νόμο. Η καθυστέρηση αυτή έθεσε θεσμούς που τώρα εποπτεύουν τα ΜΜΕ σε αναμονή, ενώ οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ αποφεύγουν ή αγοούν τη νομική υποχρέωση τους να δίνουν εύκολη και άμεση πρόσβαση στους πολίτες για το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους.

Οι υποχρεώσεις καθορίζονται ρητά στο άρθρο 6 του Κανονισμού 2024/1083. Οι παροχείς υπηρεσιών ενημέρωσης είναι υποχρεωμένοι να “καθιστούν εύκολα και άμεσα προσβάσιμες στους αποδέκτες των υπηρεσιών τους επικαιροποιημένες πληροφορίες” σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να δίνουν στη δημοσιότητα “τα ονόματα των πραγματικών δικαιούχων ή ιδιοκτητών τους και όσων έχουν δυνατότητα μέσω της συμμετοχής τους να ασκούν επιρροή στη δραστηριότητα των ΜΜΕ”. 

Μέσα από τον ίδιο Κανονισμό, τα ΜΜΕ είναι επίσης υποχρεωμένα να γνωστοποιούν “κάθε πραγματική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων η οποία ενδέχεται να επηρεάσει την παροχή ειδησεογραφικού περιεχομένου και περιεχομένου επικαιρότητας”.  Έχουν επίσης υποχρέωση να δημοσιοποιούν “το συνολικό ετήσιο ποσό των δημόσιων πόρων για κρατική διαφήμιση που τους κατανέμεται και το συνολικό ετήσιο ποσό των διαφημιστικών εσόδων που εισπράττονται από δημόσιες αρχές ή οντότητες τρίτων χωρών”.

Δημόσια βάση δεδομένων

Με βάση το άρθρο 7 του Κανονισμού, η κυπριακή κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε αναθέσει σε εθνικές ή ρυθμιστικές αρχές “την ανάπτυξη εθνικών βάσεων δεδομένων για την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης οι οποίες να περιέχουν τις πληροφορίες”. Η αρμοδιότητα αυτή φαίνεται ότι θα ανατεθεί στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, αλλά μόνο όταν ψηφιστεί μια νομοθεσία που εκκρεμεί. 

Η δημόσια διαβούλευση με αφορμή την Ευρωπαϊκή Πράξη για τη Δημοσιογραφική Ελευθερία ήταν μέχρι στιγμής περιορισμένη. Τον περασμένο Απρίλιο, το Υπουργείο Εσωτερικών υπέβαλε σε ενδιαφερόμενους φορείς προσχέδιο νομοθεσίας που προκάλεσε έντονες επικρίσεις από τους ιδίους τους δημοσιογράφους, ομάδες υπεράσπισης της δημοσιογραφικής ελευθερίας και νομικούς εμπειρογνώμονες, οι οποίοι προειδοποίησαν ότι θα μπορούσε να απειλήσει την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, αντί να την προστατεύσει.

Η Ένωση Συντακτών Κύπρου ενημέρωσε το CIReN ότι συμμετείχε σε άλλη συνάντηση τον Μάιο στο Υπουργείο Εσωτερικών, μαζί με την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και την Ένωση Εκδοτών, και υπέβαλε γραπτές συστάσεις τον Ιούνιο εκφράζοντας «σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με την προστασία των δημοσιογράφων και των δημοσιογραφικών πηγών».

Το Υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε ότι το τελικό σχέδιο υποβλήθηκε τον Ιούλιο στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ζητώντας «επείγουσα νομοτεχνική επεξεργασία του”.Σε πιο πρόσφατο αίτημα για πληροφορίες, υπό το πρίσμα της δημοσίευσης της έκθεσης του CIReN για το 2025 σχετικά με την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης, το Υπουργείο απάντησε ότι η σχετική “πρόταση έχει κατατεθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο και έχει συμπεριληφθεί στην ημερήσια διάταξη της σημερινής συνεδρίας του (14.1.2026)”.

Το CIReN ζήτησε επίσης πληροφόρηση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ, αλλά το Υπουργείο Εσωτερικών παρέπεμψε σε συγκεντρωτικό κατάλογο ΜΜΕ που διαθέτει η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης και το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών . Οι κατάλογοι αυτοί, όμως, έχουν μόνο βασικά στοιχεία επικοινωνίας κι όχι πληροφορίες σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς.

Το CIReN απευθύνθηκε και προς την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, η οποία απάντησε ότι “μέχρι στιγμής, δεν τηρεί κάποιο μνημόνιο, κατάλογο ή άλλο ηλεκτρονικό/έντυπο αρχείο στο οποίο να συγκεντρώνονται και να επικαιροποιούνται τα στοιχεία ιδιοκτησίας των εποπτευόμενων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών” και ότι “στο παρόν στάδιο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα προς αποστολή ή κοινοποίηση”.

Με βάση υφιστάμενη νομοθεσία, η Αρχή διατηρεί αρχεία και εξετάζει αιτήματα για αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης των ΜΜΕ. Η Αρχή απάντησε στο CIReN ότι ζητά από τους ενδιαφερόμενους φορείς να ενημερώνουν άμεσα για τυχόν αλλαγές. Ωστόσο, παραδέχεται, “δεν συμμορφώνονται όλοι οι οργανισμοί με την υποχρέωση αυτή, με αποτέλεσμα η Αρχή να μην διαθέτει πάντα επίσημα και πλήρη στοιχεία για τους νέους μετόχους”. 

Περαιτέρω, η Αρχή απάντησε ότι “παρατηρείται σε ορισμένες περιπτώσεις ότι εταιρείες προχωρούν σε αλλαγές μετοχικής σύνθεσης χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Αρχής, κατά παράβαση των ισχυουσών διαδικασιών”. Σε αυτές τις περιπτώσεις η Αρχή διεξάγει σχετική

έρευνα, προβαίνει σε διαπίστωση πιθανών παραβάσεων και επιβάλλει τις κυρώσεις. Έτσι, η Αρχή παραδέχεται ότι “οι διαθέσιμες πληροφορίες ενδέχεται να μην είναι πάντοτε πλήρως επικαιροποιημένες ή αξιόπιστες”.

Η διαφάνεια στην ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης δεν είναι πλεόν προαιρετική. Σύμφωνα με τον κανονισμό EMFA, οι υποχρεώσεις αυτές είναι ρητές, άμεσα δεσμευτικές και αυτοεκτελεστές βάσει του δικαίου της ΕΕ. Ισχύουν για τους παρόχους υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, ανεξάρτητα από το αν έχει θεσπιστεί εθνική νομοθεσία εφαρμογής. Η κυπριακή κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε ήδη ορίσει εθνικές ή ρυθμιστικές αρχές για «την ανάπτυξη εθνικών βάσεων δεδομένων σχετικά με την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης που περιέχουν τις πληροφορίες» που απαιτούνται βάσει του ευρωπαϊκού νόμου για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης.

H διαφάνεια στην ιδιοκτησία είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία, καθώς ενισχύει την εμπιστοσύνη του κοινού, διασφαλίζει τον δίκαιο ανταγωνισμό και αποτρέπει τη χειραγώγηση. Μέσω της διαφάνειας, το κοινό είναι σε θέση να αξιολογεί τα ΜΜΕ, ποιος ελέγχει την πληροφορία, τις μεροληψίες, τις συγκρούσεις συμφερόντων και με τον τρόπο αυτό, να καθιστά τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, υπόλογους έναντι της κοινωνίας.



Επισκόπηση τοποθέτησης
Η Πρώτη Κυρία και κορυφαίος σύμβουλος του Προέδρου παραιτήθηκαν μετά το σκάνδαλο με το βίντεο
Επόμενη Ανάρτηση
Ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων υποστηρίζει ψευδώς ότι πολλές νησιωτικές χώρες δεν διαθέτουν απευθείας πτήσεις