Σχεδόν όλα τα πολιτικά κόμματα έλαβαν δωρεές από άτομα ή εταιρείες που συνδέονταν με πολιτογραφήσεις μέσω του Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα (ΚΕΠ), που τερματίστηκε εν μέσω καταγγελιών για διαφθορά.
Τα πλείστα κυπριακά πολιτικά κόμματα έλαβαν περισσότερο από 1 εκατομμύριο ευρώ σε δωρεές που συνδέονται με τα «χρυσά διαβατήρια» μέσω του ΚΕΠ, το οποίο έκλεισε ύστερα από καταγγελίες για διαφθορά, σύμφωνα με εκθέσεις του Γραφείου του Γενικού Ελεγκτή.
Με το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, το οποίο επέτρεπε σε αλλοδαπούς να αποκτήσουν υπηκοότητα μέσω αγοράς ακινήτων αξίας τουλάχιστον 2 εκατομμυρίων ευρώ, φέρεται να εισέρρευσαν στη χώρα περίπου 9 δισεκατομμύρια ευρώ κατά τη διάρκεια 13 ετών.
Ο Γενικός Ελεγκτής δημοσίευσε σειρά εκθέσεων – μια επισκόπηση και ακόμα επτά – που εξετάζουν τις δωρεές προς συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα. Στις εκθέσεις καταγράφονται κεφάλαια συνολικής αξίας 1.12 εκατομμυρίων ευρώ που δόθηκαν ως δωρεές σε κόμματα μεταξύ 2016 και 2021 από φυσικά και νομικά πρόσωπα που συνδέονται με το ΚΕΠ.

Η Κύπρος κατάργησε το πρόγραμμα στα τέλη του 2020, αφού σε έρευνα του Al Jazeera αποκαλύφθηκε ότι δύο πολιτικοί προσέφεραν συμβουλές για το πώς ένας επενδυτής θα μπορούσε να παρακάμψει τους κανονισμούς και να αποκτήσει διαβατήριο ακόμη και αν είχε ποινικό παρελθόν.
Ο Χαρίδημος Τσούκας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, δήλωσε ότι οι εκθέσεις του Γενικού Ελεγκτή έδειξαν ότι «σχεδόν όλα τα κόμματα έχουν εμπλοκή” στο να επωφεληθούν από το επίμαχο πρόγραμμα.
«Οι εκθέσεις επιβεβαιώνουν και ενισχύουν αυτό που ήδη γνωρίζουμε: το πιο πιεστικό πολιτικό πρόβλημα στην Κύπρο σήμερα είναι η αντιμετώπιση της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων», δήλωσε ο Τσούκας στον εταίρο του OCCRP στην Κύπρο, CIReN.
Ο Γενικός Ελεγκτής σημείωσε ότι οι δωρεές δεν προέρχονταν απευθείας από ξένους, κάτι που θα ήταν παράνομο σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία. Αντιθέτως, οι δωρεές έγιναν από κυπριακές εταιρείες που συνδέονταν με αιτητές πολιτογράφησης. Ορισμένα άτομα έκαναν πολιτικές δωρεές αφού πολιτογραφήθηκαν.
Το ΔΗΣΥ, που ήταν το κυβερνών κόμμα κατά την περίοδο που έγινε ο έλεγχος, έλαβε 676,100 ευρώ σε δωρεές από επενδυτές ή εταιρείες. Σε δύο περιπτώσεις, σημείωσε ο Γενικός Ελεγκτής, οι αιτούντες έλαβαν εγκρίσεις για την ιθαγένειά τους εντός δύο εβδομάδων από δωρεές που έγιναν από «νομικά πρόσωπα που συνδέονται με πολιτογραφηθέντες».
Το γεγονός ότι “η διαφορά ημερών είναι πολύ μικρή και τα ποσά μεγάλα προκαλούν προβληματισμό,” σημειώνεται στην έκθεση.
Ο Ονούφριος Κουλλάς, εκπρόσωπος τύπου του ΔΗΣΥ δήλωσε στο CIReN ότι οι αιτήσεις είχαν εγκριθεί μήνες πριν από την επίσημη παραχώρηση της υπηκοότητας.
«Δεν έχουμε κανένα θέμα να ελεγχθούν αυτές οι περιπτώσεις για το αν πληρούν τα κριτήρια χορήγησης υπηκοότητας», δήλωσε ο Κουλλάς.
«Όσον αφορά τις δωρεές των επενδυτών ή των δικαιούχων εταιρειών στο πρόγραμμα των χρυσών διαβατηρίων, αυτές οι δωρεές αφορούν μικρά ποσά σε διάστημα έξι ετών και τα πλήρη ποσά δηλώνονται», πρόσθεσε.
Τα κυριότερα τότε κόμματα της αντιπολίτευσης, το ΔΗΚΟ και το ΑΚΕΛ, έλαβαν 278,850 ευρώ και 133,660 ευρώ, αντίστοιχα.
Ο Γιώργος Κουκουμάς του ΑΚΕΛ δήλωσε ότι το κόμμα έλαβε δωρεές από νομικά πρόσωπα που «έχουν ιστορικά συνεισφορά». Πρόσθεσε ότι το κόμμα έλαβε επίσης δωρεές από «δύο πολιτογραφημένα φυσικά πρόσωπα ύψους 15.000 ευρώ», με το κάθε ποσό να εισφέρεται σχεδόν τρία χρόνια μετά την παραχώρηση της ιθαγένειας.
Εκπρόσωπος του ΔΗΚΟ δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα για σχόλιο εγκαίρως για τη δημοσίευση. Ωστόσο, ο γενικός γραμματέας του κόμματος, Γιώργος Σολωμού, δήλωσε στην τηλεόραση του Alpha ότι «δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει οτιδήποτε επιλήψιμο όσον αφορά το ΔΗΚΟ».
Τρία μικρότερα κόμματα έλαβαν δωρεές συνολικού ύψους 36,000 ευρώ, σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γενικού Ελεγκτή.
Οι εκθέσεις ελέγχου διαπίστωσαν ότι οι εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων και κατασκευαστες ήταν οι μεγαλύτεροι δωρητές πολιτικών κομμάτων κατά την περίοδο του προγράμματος. Οι εργολάβοι αποτελούσαν περίπου το 23% του συνόλου των δωρεών προς τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ και σχεδόν το 30% αυτών προς το ΔΗΚΟ.
Ενώ οι αποφάσεις για την υπηκοότητα λαμβάνονταν από το Υπουργικό Συμβούλιο, η κυπριακή νομοθεσία απαιτούσε την ενημέρωση της Βουλής για τις εγκρίσεις υπηκοότητας πριν από την χορήγησή τους.
Η Θεανώ Καλαβανά, η οποία είναι επικεφαλής της οργάνωσης ΟΠΕΚ (Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας), δήλωσε ότι η Βουλή θα έπρεπε να έχει αναλάβει περισσότερο εποπτικό ρόλο.
«Ποτέ δεν ανέλαβαν πραγματική ευθύνη για το σκάνδαλο με τα χρυσά διαβατήρια, ούτε για τα ευρύτερα φαινόμενα διαφθοράς και σύγκρουσης συμφερόντων» δήλωσε.