Η Κύπρος συγκαταλέγεται μεταξύ των 15 χωρών της ΕΕ που τον προγούμενο χρόνο δεν άνοιξαν ποτέ τις ειδοποιήσεις για τιμωρημένους γιατρούς, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο Σύστημα Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά IMI.
Σύμφωνα με νέα στοιχεία, οι κυπριακές αρχές περαιτέρω δεν επιχείρησαν ποτέ σύνδεση στην πύλη της ΕΕ για να ανοίξουν τις ειδοποιήσεις που εκδόθηκαν το 2021 και το 2022 σχετικά με έναν γιατρό που τιμωρήθηκε και έχασε την επαγγελματική άδεια του στη Σουηδία και τη Νορβηγία, αλλά συνεχίζει να εργάζεται στην Κύπρο μέχρι σήμερα. Το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου, που είναι η αρμόδια ρυθμιστική αρχή, έκανε πρόσβαση σε αυτές τις ειδοποιήσεις μόνο όταν το OCCRP, το CIReN και οι εταίροι τους στα μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν τον Οκτώβριο τη σχετική έρευνα «Bad Practice». Με την έρευνα αυτή αποκάλυψαν τον τρόπο με τον οποίο γιατροί μπορούν να μετακινούνται από τη μια δικαιοδοσία χώρας στην άλλη και να συνεχίζουν να εργάζονται παρά το γεγονός ότι έχουν απωλέσει την άδεια άσκησης του επαγγέλματός τους σε μια συγκεκριμένη χώρα λόγω σοβαρών παραβάσεων.
Οι προειδοποιήσεις αυτές εκδίδονται για «σοβαρούς λόγους» και αποτελούν μέρος ενός συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει σχεδιαστεί για να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δημόσιων αρχών σε ολόκληρη την Ένωση. Με τον τρόπο αυτό προειδοποιεί τις χώρες για γιατρούς που έχουν υποστεί πειθαρχικές κυρώσεις για σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί στην έρευνα και ρίχνουν φως στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, στην πράξη οι προειδοποιήσεις αυτές αγνοούνται συστηματικά από τις εθνικές αρχές.
Το σύστημα, γνωστό ως Σύστημα Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά (IMI), είναι ένα ασφαλές δίκτυο σε επίπεδο ΕΕ που επιτρέπει στις κυβερνήσεις να συνεργάζονται στον τομέα της εποπτείας των ρυθμιστικών θεμάτων που αφορούν την ενιαία αγορά. Αυτό περιλαμβάνει την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με επαγγελματίες που μετακινούνται ή προσφέρουν υπηρεσίες εκτός των εθνικών συνόρων τους. Στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, περιλαμβάνει έναν μηχανισμό προειδοποίησης που απαιτεί από τις αρχές να ενημερώνουν τα άλλα κράτη μέλη όταν ένας γιατρός τίθεται σε διαθεσιμότητα ή διαγράφεται από το μητρώο για σοβαρούς λόγους, όπως σοβαρή αμέλεια ή βλάβη σε ασθενή.
Τα αρχεία καταγραφής πρόσβασης του IMI, τα οποία πρόσφατα περιήλθαν στα χέρια των δημοσιογράφων, καταγράφουν το χρόνο που ανοίχθηκαν οι προειδοποιήσεις και από ποιες αρχές, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι εθνικές αρχές χρησιμοποιούν το σύστημα.
Με βάση την ανάλυση των αρχείων καταγραφής πρόσβασης οι δημοσιογράφοι αποκάλυψαν ένα εντυπωσιακά χαμηλό επίπεδο συμμετοχής, δείχνοντας ότι πολλές από αυτές τις προειδοποιήσεις παραμένουν αδιάβαστες.
Από τις περισσότερες από 500 εσωτερικές ειδοποιήσεις που εκδόθηκαν το 2024 και το 2025, οι δικαιοδοσίες που τις έλαβαν άνοιξαν μόνο το ένα τρίτο περίπου. Ακόμη λιγότερες ήταν οι περιπτώσεις που οι δικαιοδοσίες προχώρησαν στην προβολή των προσωπικών δεδομένων που επισυνάπτονταν στις ειδοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του γιατρού που είχε υποστεί κυρώσεις και των λεπτομερειών της πειθαρχικής τιμωρίας τους. Ίσως πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τα μισά από τα κράτη που συμμετέχουν στο IMI, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, δεν άνοιξαν ποτέ καμία ειδοποίηση που υποβλήθηκε για «ουσιαστικούς λόγους» κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους.
Ενώ τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκδίδουν ειδοποιήσεις, η σχετική οδηγία αφήνει στη διακριτική τους ευχέρεια αν θέλουν να έχουν πρόσβαση ή να αγνοήσουν τις ειδοποιήσεις που λαμβάνουν από άλλες χώρες.
Άλλες χώρες που απήχαν από κάθε πρόσβαση σε αυτές τις ειδοποιήσεις είναι η Βουλγαρία, η Κροατία, η Τσεχία, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ουγγαρία, η Ισλανδία, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λιχτενστάιν, το Λουξεμβούργο, η Πορτογαλία, η Σλοβακία και η Σλοβενία.
Αυτά τα ευρήματα θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα του συστήματος που κοστίζει περίπου δύο εκατομμύρια ευρώ ετησίως και έχει ως στόχο να εμποδίσει τους γιατρούς που έχουν μπει σε απαγόρευση ή υποστεί περιορισμούς σε μια ευρωπαϊκή χώρα να συνεχίσουν αθόρυβα την άσκηση του επαγγέλματός τους σε μια άλλη. Το ζήτημα εγείρει, ταυτόχρονα, ευρύτερες ανησυχίες σχετικά με τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των ασθενών.
Αρκετές χώρες διαβάζουν συστηματικά τις ειδοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της Σουηδίας, της Ισπανίας, της Νορβηγίας, της Ολλανδίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας και της Δανίας. Ωστόσο, μέρος του προβλήματος είναι, ενδεχομένως, ο ίδιος ο σχεδιασμός του συστήματος.
Ο Νορβηγός υπουργός Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών Jan Christian Vestre δήλωσε ότι το σύστημα χρειάζεται βελτίωση.
«Δεν είναι ικανοποιητικό και θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ασθενών σε όλη την Ευρώπη», ανέφερε σε απάντηση που έστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε σχετικές ερωτήσεις.
Όταν εκδίδεται μια προειδοποίηση μέσω του συστήματος, οι εγγεγραμμένες αρχές λαμβάνουν αυτόματα μια ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το μήνυμα περιλαμβάνει μόνο βασικές πληροφορίες – τη χώρα έκδοσης, το επάγγελμα που αφορά και την κατηγορία της προειδοποίησης – αλλά παραλείπει το περιεχόμενο της προειδοποίησης και την ταυτότητα του επαγγελματία.
Ο εθνικός συντονιστής του IMI της Κύπρου ενημέρωσε το CIReN ότι οι ειδοποιήσεις μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εμφανίζονται με ελλιπή πληροφορία για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Οι περιορισμένες πληροφορίες δυσχεραίνουν την πλήρη αξιολόγηση του κινδύνου της εισερχόμενης ειδοποίησης από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, υπονομεύοντας ενδεχομένως τον σκοπό του συστήματος. Για να δουν όλες τις λεπτομέρειες, οι παραλήπτες πρέπει να συνδεθούν στο σύστημα και να ζητήσουν χειροκίνητα πρόσθετες πληροφορίες από τη χώρα έκδοσης. Αυτή η διαδικασία προσθέτει επιπλέον βήματα και διοικητικό φόρτο εργασίας για να προσδιοριστεί, εάν η ειδοποίηση αφορά επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στη δικαιοδοσία τους.
Η Νορβηγία έχει αναπτύξει ένα αυτοματισμό (bot) για να σαρώνει όλες τις ειδοποιήσεις που αποστέλλονται μέσω του συστήματος IMI, αλλά το μέτρο αυτό δε συνιστά αλάνθαστη διαδικασία ελέγχου. Οι νορβηγοί δημοσιογραφικοί εταίροι μας VG εντόπισαν πολλούς γιατρούς που είχαν άδεια άσκησης επαγγέλματος στη Νορβηγία, παρά το γεγονός ότι είχαν απαγορευτεί σε άλλες χώρες λόγω σοβαρών αδικημάτων.
Τα ευρήματά τους ήταν μέρος της έρευνας για κακές πρακτικές, η οποία εντόπισε περισσότερους από 100 γιατρούς σε όλη την Ευρώπη που είχαν άδεια άσκησης επαγγέλματος και εργάζονταν παρά το γεγονός ότι είχαν τιμωρηθεί αλλού.
Στην Κύπρο, ανακαλύφθηκε μια τέτοια περίπτωση. Αφορούσε τον Σίμον Μοσκοφιάν, έναν γιατρό του οποίου οι άδειες άσκησης ιατρικού επαγγέλματος ανακλήθηκαν στη Σουηδία και τη Νορβηγία, αφού οι αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του αποτελούσε κίνδυνο για τους ασθενείς.
Οι σουηδικές ρυθμιστικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο γιατρός δεν διέθετε βασικές ιατρικές γνώσεις, διεξήγαγε συνεχώς ανεπαρκείς εξετάσεις και, σε μία περίπτωση, εξέθεσε έναν ασθενή σε «προφανή κίνδυνο θανάτου» μετά από ακατάλληλη χορήγηση φαρμάκων. Οι Σουηδοί υπέβαλαν αμέσως ειδοποίηση στο σύστημα IMI, η οποία διαβιβάστηκε σε 29 άλλες χώρες.
Η Νορβηγία ακολούθησε την απόφαση της Σουηδίας το 2021 με τη δική της ανάκληση της άδειας του στις αρχές του 2022 και έστειλε τη δική της ειδοποίηση μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού λίγους μήνες αργότερα.
Παρά τις κυρώσεις και τις ειδοποιήσεις από το εξωτερικό, ο Μοσκοφιάν είχε ενεργή ιατρική άδεια στην Κύπρο, όπου ήταν εγγεγραμμένος στο Γενικό Σύστημα Υγείας και ασκούσε την ιατρική σε κλινική στη Λάρνακα από το 2019.
Όταν το CIReN έθεσε το ζήτημα στο Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου – την αρμόδια ιατρική ρυθμιστική αρχή – αυτό απάντησε στις 22 Σεπτεμβρίου ότι «είχε ήδη αρχίσει να διερευνά την υπόθεση και θα λάμβανε όλα τα απαραίτητα μέτρα».
Ωστόσο, τα αρχεία πρόσβασης από το σύστημα IMI έδειξαν αργότερα ότι οι ειδοποιήσεις που έστειλαν οι σουηδικές και νορβηγικές αρχές ανοίχτηκαν από το Ιατρικό Συμβούλιο στις 3 Οκτωβρίου – μία ημέρα μετά τη δημοσίευση της έρευνας.
Την ίδια ημέρα, η Κύπρος έστειλε αίτημα παροχής πληροφοριών στη Νορβηγία μέσω του συστήματος. Οι νορβηγικές αρχές άνοιξαν το αίτημα τρεις ημέρες αργότερα και διαβίβασαν αντίγραφο της απόφασής τους την ίδια ημέρα.
Η ακολουθία των γεγονότων εγείρει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η εξέταση των ειδοποιήσεων από το Συμβούλιο συνέπεσε με την έναρξη της έρευνάς του ή έγινε μετά. Το Συμβούλιο δεν επιβεβαίωσε ούτε αρνήθηκε ότι άνοιξε τις ειδοποιήσεις εκείνη την ημέρα. Σε ανακοίνωση του, ανέφερε ότι «εξετάζει κάθε μέσο που έχει στη διάθεσή του για να υποστηρίξει το έργο του και να ενημερώσει τους ομολόγους του χρήστες του IMI», προσθέτοντας ότι «η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη».
Σε σχέση με την υπόθεσή του, ο Δρ. Μοσκοφιάν δήλωσε στο CIReN ότι δύο μήνες μετά τη δημοσίευση του άρθρου μας, κλήθηκε σε συνάντηση στο Υπουργείο Υγείας με το Συμβούλιο, τον Ιατρικό Σύλλογο Κύπρου και τους δικηγόρους τους, όπου του ζητήθηκε να εξηγήσει τη θέση του σχετικά με την απόφαση της σουηδικής ιατρικής αρχής.
Υποστήριξε επίσης ότι, του ζητήθηκε να προσκομίσει την επιστολή που του είχε στείλει η Σουηδική Επιτροπή Ιατρικής Ευθύνης σχετικά με την ανάκληση της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Ο Μοσκοφιάν ισχυρίστηκε ότι η επιστολή δεν αφορούσε απόφαση ανάκλησης, αλλά μάλλον λάθος μετάφρασης, και ότι η Επιτροπή είχε υποβαθμίσει το καθεστώς του από επιβλέποντα ιατρό σε εποπτευόμενο, αντί να ανακαλέσει την άδεια άσκησης επαγγέλματος. Πρόσθεσε ότι θεωρεί «άδικη» την απόφαση της Σουηδίας.
Σε απάντησή του ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος, δήλωσε στο CIReN “το αρμόδιο σώμα δυνάμει της νομοθεσίας για οποιαδήποτε εξέταση, διερεύνηση ή ενδεχόμενη μεταβολή του καθεστώτος εγγραφής του γιατρού, είναι το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου” και ότι ο Σύλλογος “θα ενεργήσει αναλόγως στη βάση των αποτελεσμάτων της διερεύνησης και των αποφάσεων του Συμβουλίου”.