Ένα βροχερό απόγευμα του Απριλίου, σε μια καφετέρια στη Λεμεσό, ο Μπασάμ μάς διηγήθηκε τις συγκλονιστικές λεπτομέρειες που πέρασε για τρεις ολόκληρες νύχτες και τρεις μέρες, σε ένα φουσκωτό λάστιχο στην ανοιχτή θάλασσα, περιμένοντας τη διάσωση ή τον θάνατο.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής 14 Μαρτίου 2025, ο Μπασάμ, ο αδελφός του, ο ξάδελφός του και ένας γείτονας ακολούθησαν έναν λαθροδιακινητή που τους πέρασε από τα σύνορα της Συρίας στον Λίβανο. Εκεί επιβιβάστηκαν σε μια μικρή βάρκα από υαλοβάμβακα, με κινητήρα Yamaha. Εκτός από τους 21 άνδρες που επέβαιναν στη βάρκα, αυτή ήταν φορτωμένη με μερικά γαλόνια από καύσιμα και νερό, καθώς και δύο κιβώτια με χουρμάδες. Το ταξίδι τους προς την Κύπρο, περίπου 160 χιλιόμετρα δυτικά, μπορούσε να διαρκέσει από μερικές ώρες έως και μερικές ημέρες, ανάλογα με τις συνθήκες της θάλασσας και τις γνώσεις πλοήγησης.
Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, τον Δεκέμβριο του 2024, είχε προκαλέσει ξαφνικά ανασφάλεια στις εθνοτικές μειονότητες, από τις οποίες προέρχεται και ο Μπασάμ. Χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειπαν τη χώρα φοβούμενοι επιθέσεις εξτρεμιστών και αντίποινα. (Οι περισσότεροι άνδρες στη βάρκα ήταν σουνίτες, η πλειοψηφούσα θρησκευτική ομάδα στη Συρία.)
Οκτώ μήνες πριν από την αλλαγή εξουσίας, τον Απρίλιο του 2024, οι αρχές της Κύπρου σταμάτησαν να εξετάζουν την πρόοδο αιτήσεων ασύλου από Σύρους υπηκόους, ισχυριζόμενες ότι η κατάσταση ασφάλειας της χώρας χρειαζόταν επανεκτίμηση. Η γειτνίαση του νησιού με τη Μέση Ανατολή προκάλεσε μεταναστευτικές ροές και τον υψηλότερο αριθμό αιτήσεων ασύλου ανά κάτοικο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Η κυπριακή κυβέρνηση υιοθέτησε πολιτικές με στόχο τον περιορισμό της εισροής ανθρώπων. Ωστόσο, ο Μπασάμ είχε διαβάσει στο Facebook ότι η διαδικασία υποβολής αιτήσεων είχε ξανανοίξει και επικοινώνησε με τον λαθροδιακινητή που δημοσίευσε τις παραπλανητικές αναρτήσεις. Του είπαν ότι το κόστος της διέλευσης ήταν 3300 δολάρια, με 2000 δολάρια προκαταβολή, όπως ανέφερε στην Συριακή Ένωση Ερευνητικής Δημοσιογραφίας και Λογοδοσίας (SIRAJ).
Με καλό καιρό και ήρεμη θάλασσα, η βάρκα από υαλοβάμβακα στην οποία επιβιβάστηκαν οι άνδρες την Παρασκευή προτού χαράξει θα έπρεπε να είχε φτάσει στην Κύπρο προτού σκοτεινιάσει. Αλλά το ταξίδι διήρκεσε περισσότερο από το αναμενόμενο.
Η χρονολογική σειρά των γεγονότων είναι ασαφής. Ωστόσο, οι δημοσιογράφοι εξέτασαν αρχεία τηλεφωνικών συνομιλιών που δείχνουν ότι ένας από τους επιβάτες που έχασαν τη ζωή τους, ο 21χρονος Χασάν, τηλεφώνησε στον πατέρα του από το δορυφορικό τηλέφωνο του οδηγού της βάρκας αργά το απόγευμα της Παρασκευής, 18:16. Ο ήλιος είχε ήδη δύσει και, σύμφωνα με τον Μπασάμ, μπορούσαν να δουν τα φώτα της κυπριακής ακτής.
Αλλά τα κύματα μεγάλωναν κάτω από το φεγγάρι του Μαρτίου, και η μικρή βάρκα γέμιζε νερό πιο γρήγορα από ό,τι μπορούσαν να την αδειάσουν, θυμάται ο Μπασάμ. Όταν ένα μεγάλο κύμα χτύπησε το σκάφος από πίσω, οι άντρες βρέθηκαν ξαφνικά στο σκοτάδι στη μέση της θάλασσας.
Ο Μπασάμ είχε μια μικρή πλαστική φιάλη νερού στην τσέπη του παντελονιού του και ένα φουσκωτό λάστιχο που οι λαθροδιακινητές είχαν μοιράσει σε κάθε επιβάτη. Το παγωμένο νερό, με θερμοκρασία μόλις 16 βαθμούς, ήταν ταραγμένο. Στην αρχή βρισκόταν κοντά σε πέντε άλλους ναυαγούς, μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του. Αλλά σύντομα τα κύματα τους χώρισαν.
Όταν ανέτειλε ο ήλιος την επόμενη μέρα, ο Μπασάμ μας αφηγήθηκε ότι έψαχνε πρώτα για τον αδελφό του. Τον είδε από μακριά, αλλά δεν μπορούσε να τον φτάσει. Ακούγε και άλλους να φωνάζουν, ο ένας τον άλλον και να προσεύχονται.
Ο Μπασάμ είχε φυλάξει το μικρό μπουκάλι νερό που είχε, αλλά καθώς προσπαθούσε να βοηθήσει ένα ναυαγό που ήταν δίπλα του και γλίστρησε από το φουσκωτό του, ένα κύμα το παρέσυρε. Αργότερα είδε έναν άλλο ναυαγό να αφήνει το φουσκωτό του και να προσπαθεί να κολυμπήσει μέχρι την Κύπρο, αλλά τελικά να πνίγεται.
Ο Μπασάμ δεν ήξερε κολύμπι, οπότε κρατήθηκε στο λάστιχο, επέπλεε και προσευχόταν στον Θεό. Είπε ότι είδε πολλά σκάφη – εμπορικά και ψαροκάικα. Τους φώναζε, αλλά τον προσπέρασαν χωρίς να τον δουν. Σε κάποια στιγμή είδε και ένα στρατιωτικό ελικόπτερο, αλλά και αυτό τον προσπέρασε. Τελικά, ο λαιμός του ξηράνθηκε και δεν μπορούσε να φωνάξει άλλο για να ακουστεί. Όταν ξύπνησε τη Δευτέρα – τρίτη ημέρα στη θάλασσα, ήταν εντελώς μόνος.
Ο Μπασάμ επέζησε περίπου 64 ώρες προτού φανεί ένα ελικόπτερο άσπρου χρώματος πάνω από το κεφάλι του που τον τράβηξε από τη θάλασσα. Μια ώρα νωρίτερα, σκάφος της κυπριακής λιμενικής αστυνομίας εντόπισε τον μοναδικό δεύτερο επιζώντα, τον Ραάντ. Οι υπόλοιποι ναυαγοί χάθηκαν.
Ο Ραάντ, 20 ετών, περιέγραψε τα γεγονότα με τρόπο παρόμοιο με τον Μπασάμ, εκτιμώντας ότι τα κύματα άρχισαν να φουσκώνουν γύρω στις 9 μ.μ., και το σκάφος να γεμίζει νερό πιο γρήγορα από ό,τι μπορούσαν να το αδειάζουν. Το σκάφος τελικά βυθίστηκε και όλοι έμειναν να παλεύουν στο σκοτάδι, είπε στους δημοσιογράφους μέσω μεταφραστή.
Για ώρες που εξελίχθηκαν σε ημέρες έβλεπε μετά το ναυάγιο τους συνεπιβάτες του να υποκύπτουν στην εξάντληση και την απόγνωση και να χάνονται από την επιφάνεια στο βυθό. Ο ίδιος επέπλεε σε ένα ελαστικό που σιγά-σιγά ξεφούσκωνε, χωρίς τροφή ή νερό. Η θάλασσα ήταν παγωμένη και τη δεύτερη νύχτα ένιωσε το μυαλό του να θολώνει και να καταρρέει. Ήπιε θαλασσινό νερό που του έκαψε το λαιμό – το κάψιμο έμεινε για πολύ καιρό μετά τη διάσωσή του – και επέπλεε με ελάχιστες ελπίδες επιβίωσης.
Ακόμη και την Κυριακή – δεύτερη ημέρα από το ναυάγιο, ο Ραάντ είπε ότι δεν είδε κανένα σημάδι έρευνας, αν και μπορούσε να δει την ακτή. Άρχισε να συνειδητοποιεί ότι θα μπορούσε να σωθεί μόνο όταν εμφανίστηκε ένα σκάφος τη Δευτέρα 17 Μαρτίου, τρίτη ημέρα από το ναυάγιο. Το σκάφος τον προσέγγισε και τον ανέβασε στο κατάστρωμα. Ανίκανος να κουνήσει ούτε ένα από τα δάχτυλα του, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο.
Τον Αύγουστο του 2025, ο Ραάντ μάς είπε ότι τον έδιωξαν από το διαμέρισμα που μοιραζόταν με άλλους τρεις, όταν δεν μπόρεσαν να πληρώσουν το ενοίκιο. Ένας από τους συγκατοίκους είχε βρει άλλο σπίτι να μείνει. Ο Ραάντ του ζήτησε να μείνει εκεί προσωρινά. Όμως, τη νύχτα πριν συναντήσει τους δημοσιογράφους, κοιμήθηκε έξω, όπως είπε.
Ο Ραάντ μάς ανέφερε ότι έλαβε ένα εφάπαξ επίδομα κοινωνικής πρόνοιας 210 ευρώ. Μετά, όπως ισχυρίστηκε, η βοήθεια σταμάτησε. Μας περιέγραψε την κατάσταση του ότι είναι εντελώς χρεωμένος και ότι τους τελευταίους μήνες του έχουν συνταγογραφηθεί φάρμακα για ψυχική υγεία.
Ο Ραάντ – ένας σουνίτης μουσουλμάνος – ήταν παιδί όταν το σπίτι της οικογένειάς του στη πόλη Χάμα καταστράφηκε στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας και μετακόμισαν στο Λίβανο. Δεν είχε την ευκαιρία να σπουδάσει, είπε, οπότε πουλούσε στους δρόμους λαχανικά με καροτσάκι, ενώ οι τοπικές συμμορίες εκμεταλλεύονταν τους πρόσφυγες εργάτες. Το όνειρό του στην Κύπρο, είπε, είναι να βρει οποιαδήποτε δουλειά με ανθρώπινες συνθήκες που θα του επέτρεπε να βοηθήσει τους γονείς του.
Οι δημοσιογράφοι από την Κύπρο και τη Συρία που συνέταξαν αυτή την ιστορία, συνέθεσαν την πιο ολοκληρωμένη περιγραφή των γεγονότων του δράματος τριών ημερών και νυχτών, με βάση συνεντεύξεις με τις κυπριακές αρχές, συνεντεύξεις με τους επιζώντες και εργαζόμενους σε ΜΚΟ, καθώς και με βάση δημόσιες δηλώσεις αξιωματούχων και δεδομένα παρακολούθησης πλοίων και πτήσεων.
Ελικόπτερο διάσωσης ανυψώνει ναυαγό από τη θάλασσα Credit: Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων ΚΥΠΕ, 18 Μαρτίου 2025. Επαναδημοσίευση κατόπιν άδειας
Η μπερδεμένη έρευνα
Όταν οι συγγενείς σταμάτησαν να έχουν νέα από τους άνδρες της βάρκας εκείνο το βράδυ του ναυαγίου και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με κανέναν μέσω του δορυφορικού τηλεφώνου, άρχισαν να πανικοβάλλονται.
Η οργάνωση “Watch The Med Alarm Phone”, μια ομάδα εθελοντών που βοηθά πρόσφυγες σε κίνδυνο στη Μεσόγειο, δήλωσε ότι ένας συγγενής επικοινώνησε μαζί τους το Σάββατο 15 Μαρτίου. Τους έδωσε τον αριθμό του δορυφορικού τηλεφώνου και μια φωτογραφία που έστειλε κάποιος από το ταξίδι τους. Η εικόνα περιείχε μεταδεδομένα γεωγραφικής θέσης που επέτρεψαν στην Alarm Phone να υπολογίσει τις συντεταγμένες και την ώρα λήψης της φωτογραφίας. (Οι δημοσιογράφοι δεν μπόρεσαν να επαληθεύσουν ανεξάρτητα τα μεταδεδομένα.)
Το Alarm Phone έστειλε το πρώτο email στις κυπριακές αρχές, ενημερώνοντάς τες για ένα σκάφος σε κίνδυνο και τις εκτιμώμενες συντεταγμένες το Σάββατο στις 11:11 μ.μ. ώρα Κύπρου. Μέχρι τότε, είχαν περάσει περισσότερες από 24 ώρες από το ναυάγιο.
Όταν οι εθελοντές του Alarm Phone επικοινώνησαν τηλεφωνικά με το Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης της Κύπρου ΚΣΕΔ, το οποίο συντονίζει τις διακλαδικές επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης, τους απάντησαν ότι οι αρχές διεξήγαγαν έρευνα.
Το ΚΣΕΔ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ξεκίνησε αμέσως επιχείρηση έρευνας και διάσωσης εκείνο το βράδυ, αλλά τόνισε επίσης ότι θεωρούσε την ειδοποίηση του Alarm Phone ως μη επιβεβαιωμένη.
«Αρκετές (πληροφορίες) κατέληξαν σε επιβεβαίωση, αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που δεν κατέληξαν σε επιβεβαίωση», δήλωσε ο τότε αναπληρωτής διοικητής του ΚΣΕΔ, Γιώργος Οικονόμου, στο CIReN (από τότε έχει διοριστεί διοικητής). «Υπήρχαν περιπτώσεις όπου μας έδωσαν πληροφορίες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα», πρόσθεσε, αναφερόμενος στο Alarm Phone.
«Για μας υπάρχει μια διαβάθμιση των πληροφοριών», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο τότε διοικητής του JRCC, Ανδρέας Χαραλαμπίδης. «Αν μια πληροφορία δεν είναι επιβεβαιωμένη ότι κινδυνεύει κάποιος, υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία που ακολοθούμε και ξεκινάμε να τη διερευνούμε μέχρις ότου επιβεβαιωθεί ότι κάποιος κιδυνεύει ή όχι.
Η διαδικασία είναι πανομοιότυπα βήματα που ακολουθούμε σαν να έχουμε επιβεβαίωση, απλά δεν προκύπτει διάσωση. Άρα από το κομμάτι search and rescue, ξεκινάμε το search μέχρι να έχουμε επιβεβαίωση».
Οι δημοσιογράφοι αντιλήφθηκαν ότι η διαδικασία που εφαρμόστηκε περιελάμβανε την επικοινωνία με τον πάροχο υπηρεσιών δορυφορικής τηλεφωνίας, τη σάρωση βασικών περιοχών με κάμερες και ραντάρ από την ξηρά και την έκδοση μέσω ασυρμάτου προειδοποίησης σε κοντινά σκάφη.
Σύμφωνα με τον Οικονόμου, το περιπολικό σκάφος που βρισκόταν στη θάλασσα εκείνη τη νύχτα – το «Πενταδάκτυλος» – έλαβε εντολή να μεταβεί στη θέση που κοινοποίησε το AlarmPhone στο email του.
Το OCCRP έλαβε δεδομένα παρακολούθησης πλοίων, τα οποία ανέλυσε η δημοσιογραφική ομάδα. Αυτά δείχνουν ότι το “Πενταδάκτυλος” βρισκόταν στη συνήθη διαδρομή περιπολίας του εκείνη τη νύχτα, αλλά δεν πλησίασε τις συντεταγμένες του Alarm Phone. Παρέμεινε τουλάχιστον 30 χιλιόμετρα μακριά από εκείνες μεταξύ των ωρών από τα μεσάνυχτα Σαββάτου μέχρι και τις 8 το πρωί της Κυριακής.
Μόνο αφού το Πενταδάκτυλος έδεσε στη μαρίνα της Αγίας Νάπας, γύρω στις 9 το πρωί της Κυριακής, τα δεδομένα δείχνουν πρόσθετη δραστηριότητα στην περιοχή που υποδείχθηκε από το Alarm Phone.
Οι κυπριακές αρχές ενημέρωσαν το CIReN ότι γύρω στις 9 το πρωί έλαβαν οι ίδιες ανεξάρτητα στοιχεία από την εταιρεία δορυφορικής τηλεφωνίας για τις συντεταγμένες της τελευταίας θέσης του τηλεφώνου του οδηγού του σκάφους. Η τελευταία θέση ήταν μόλις 20 ναυτικά μίλια από τις συντεταγμένες του Alarm Phone, με επιβεβαίωση ότι το τελευταίο σήμα είχε σταλεί 30 ώρες νωρίτερα.
Τα δεδομένα παρακολούθησης δείχνουν ότι το κυπριακό αστυνομικό σκάφος “Ευάγoρας Παλλικαρίδης” περιπολούσε σε μια περιοχή 20-25 χιλιόμετρα βόρεια των συντεταγμένων του AlarmPhone την Κυριακή.
Σύμφωνα με τους Κυπρίους αξιωματούχους, την Κυριακή χρησιμοποιήθηκαν επίσης ελικόπτερα έρευνας και διάσωσης, ενώ τα δεδομένα εναέριας παρακολούθησης δείχνουν ότι ένα αεροσκάφος επιτήρησης περιπολούσε στην περιοχή. Αργότερα, οι αξιωματούχοι δήλωσαν ότι έψαξαν μια περιοχή περίπου 2750 τετραγωνικών ναυτικών μιλίων.
Ωστόσο, όταν ο πρώτος επιζών εντοπίστηκε από την Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία το απόγευμα της Δευτέρας, ο υπουργός Δικαιοσύνης δήλωσε δημοσίως ότι ο εντοπισμός ήταν «ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό μέσα στα πλαίσια των αυξημένων περιπολιών», επαναλαμβάνοντας τις ανάλογες δηλώσεις του υπουργού Άμυνας. Το ΚΣΕΔ δήλωσε επίσης ότι το απόγευμα της Δευτέρας ξεκίνησε μια επιχείρηση έρευνας και διάσωσης που οδήγησε στη διάσωση του δεύτερου επιζώντος και εντοπισμού επτά πτωμάτων.
Σύμφωνα με τον Οικονόμου, βρέθηκαν σε απόσταση 12 ναυτικών μιλίων από τις συντεταγμένες της ΜΚΟ και σε απόσταση 14 ναυτικών μιλίων από την τελευταία γνωστή θέση του δορυφορικού τηλεφώνου, 37 ώρες μετά την έναρξη της αναζήτησης.
Το ΚΣΕΔ αρνήθηκε να εξηγήσει τις ασυνέπειες που εντοπίστηκαν σε αυτή την έρευνα και παρέπεμψε τους δημοσιογράφους σε ένα δελτίο τύπου της 19ης Μαρτίου 2025, στο οποίο αναφερόταν ότι υπήρχαν ασυμφωνίες στις καταθέσεις των επιζώντων που διασώθηκαν δύο ημέρες νωρίτερα και ότι ενδέχεται να μην είχαν σχέση με το ναυάγιο που αναφέρθηκε από το Alarm Phone το Σάββατο το βράδυ.
Το σκάφος “Πενταδάκτυλος” σε περιπολία στις 15-16 Μαρτίου 2025
Πλέοντας στο σύστημα
Μετά το ναυάγιο, η AlarmPhone εξέδωσε δημόσια δήλωση, αμφισβητώντας κατά πόσο οι κυπριακές αρχές ενήργησαν «έγκαιρα και κατάλληλα», ποια συγκεκριμένα μέτρα ελήφθησαν και αν θα διερευνηθεί η ανταπόκριση στο περιστατικό.
Τα κόμματα ΑΚΕΛ, VOLT και Κίνημα Οικολόγων, καθώς και η οργάνωση Παγκύπριο Συμβούλιο Ειρήνης ζήτησαν επίσης τη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στο ναυάγιο.
Οι δημοσιογράφοι επιβεβαίωσαν ότι τον Απρίλιο βρίσκεται σε εξέλιξη αστυνομική έρευνα για το ναυάγιο, αλλά δεν έλαβαν καμία επικαιροποίηση μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης. Το ΚΣΕΔ δεν απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με εσωτερική έρευνα για την ανταπόκριση του στο συμβάν.
Εν τω μεταξύ, οι επιζώντες βρίσκονται σε νομικό κενό στην Κύπρο.
Ο Μπασάμ ζει τώρα στη Λεμεσό με συγγενείς του που τον υποστηρίζουν, ενώ περιμένει την έγκριση της αίτησης του για άσυλο. Ο Ραάντ δεν έχει μόνιμη στέγη ή υλική υποστήριξη.
Στα μέσα του 2025, οι κυπριακές αρχές άρχισαν ξανά την επεξεργασία των αιτήσεων ασύλου από τη Συρία, αν και οι περισσότερες αιτήσεις έχουν απορριφθεί, όπως ενημέρωσε το CIReN το Υφυπουργείο Μετανάστευσης.
Έχουν ήδη εκδοθεί αποφάσεις, στην πλειοψηφία τους απορριπτικές, σε σημαντικό αριθμό αιτήσεων, πάντα κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης” ανέφερε το Υφυπουργείο σε ηλεκτρονικό μήνυμα.
Ωστόσο, οι επιζώντες του ναυαγίου δήλωσαν στο CIReN και στο SIRAJ ότι δεν έχουν λάβει καμία ενημέρωση σχετικά με τις δικές τους υποθέσεις.
Η Κορίνα Δρουσιώτου , ανώτερη νομική σύμβουλος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Cyprus Refugee Council που προασπίζεται τα δικαιώματα ασύλου και χρηματοδοτείται από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες , δήλωσε ότι οι άνδρες απολύθηκαν από το νοσοκομείο λίγο μετά τη διάσωση τους «χωρίς καμία υποστήριξη από το κράτος, ψυχολογική ή υλική», όσον αφορά παροχές ή στέγαση. Η Δρουσιοτού πρόσθεσε ότι αρχικά τους αρνήθηκαν πρόσβαση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και στα επιδόματα που δικαιούνται οι αιτούντες άσυλο.
«Ένας από τους επιζώντες ανήκει σε μειονότητα και έχει λάβει υποστήριξη από την αντίστοιχη κοινότητα, ενώ ο άλλος επιζών δεν έχει την υποστήριξη της κοινότητας και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες, καθώς τα επιδόματα που λαμβάνει συχνά καθυστερούν, με αποτέλεσμα να είναι άστεγος», επιβεβαίωσε η Δρουσιοτού στο CIReN.
Το Cyprus Refugee Council δήλωσε ότι ανέμενε από την Υπηρεσία Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης να δώσει προτεραιότητα στις υποθέσεις των δύο επιζώντων λόγω της ευάλωτης κατάστασής τους, αλλά «μέχρι σήμερα οι υποθέσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα».
Το Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας δεν απάντησε στο αίτημα του CIReN για σχόλιο σχετικά με την κατάσταση των υποθέσεων.
«Δεν θα επιστρέψω», δήλωσε ο Bassam, ο οποίος σπούδασε χημεία σε πανεπιστήμιο της Συρίας, αλλά δεν του επιτρέπεται να εργαστεί στην Κύπρο λόγω του καθεστώτος διαμονής του. «Η κατάσταση εκεί είναι τρομερή — μόνο δολοφονίες, απαγωγές και χάος, ακόμη και στις δικές μας περιοχές».
Συγγενείς των θυμάτων που ανασύρθηκαν νεκροί την ημέρα που διασώθηκαν οι δύο ναυαγοί δήλωσαν στους δημοσιογράφους ότι πλήρωσαν 3000 ευρώ για να τους στείλουν πίσω στη Συρία για ταφή.
Το κυπριακό γραφείο τελετών που ανέλαβε τη μεταφορά επιβεβαίωσε ότι κανόνισε τη μεταφορά για έξι από τα επτά πτώματα που ανασύρθηκαν. Το συνολικό κόστος περιλάμβανε 2500 ευρώ για τη μεταφορά κάθε πτώματος από το αεροδρόμιο της Λάρνακας στο αεροδρόμιο του Λιβάνου και άλλα 500 ευρώ για έναν διερμηνέα που μετέφρασε τα επίσημα έγγραφα επαναπατρισμού από τα ελληνικά στα αραβικά πριν από τη μεταφορά των πτωμάτων στη Συρία.
Τα πτώματα των θυμάτων έφτασαν στις πατρίδες τους σε χαρτοκιβώτια, με έγχρωμες φωτογραφίες τυπωμένες σε χαρτί και κολλημένες στο μπροστινό μέρος.
Ένας υπάλληλος του γραφείου τελετών είπε στους δημοσιογράφους ότι οι οικογένειες περίμεναν 77 ημέρες για να εκδώσουν οι κυπριακές αρχές τα έγγραφα για την επαναπατρισμό των νεκρ και ότι τα έξοδα μεταφοράς πληρώθηκαν από τις οικογένειες, χωρίς καμία βοήθεια από τις κυβερνήσεις.
Ένα από τα επτά θύματα που ανασύρθηκαν στις 17 Μαρτίου – ο 25χρονος ξάδελφος του Μπασάμ – ήταν το μόνο που θάφτηκε στην Κύπρο. Είπε ότι το κόστος της ταφής – 1500 ευρώ – καλύφθηκε από έναν φίλο της οικογένειας.Ο Μπασάμ είπε ότι η σορός του γείτονά του ανασύρθηκε στα ανοικτά των ακτών του Λιβάνου, ενώ ο αδελφός του εξακολουθεί να αγνοείται.