Παρά τους ισχυρισμούς του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, η απόφαση του ΕΔΑΔ συνιστούσε ουσιαστική κριτική του τρόπου με τον οποίο οι κυπριακές αρχές και ο ίδιος προσωπικά χειρίστηκαν την υπόθεση βιασμού.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αποφάνθηκε στις 3 Ιουλίου ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παραβίασε τα δικαιώματα μιας γυναίκας (Ν.Τ.) μετά την καταγγελία της για βιασμό εναντίον ενός εν ενεργεία πολιτικού του ΔΗΣΥ (Α.Τ.).
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κυπριακές αρχές δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα και δίωξη και δεν εκπλήρωσαν το βασικό καθήκον τους να αξιολογήσουν τη πτυχή της μη συναίνεσης. Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι η Ν.Τ. υπέστη δευτερογενή θυματοποίηση μέσω στερεοτύπων που προκαλούσαν ενοχή, ηθικολογούσαν και ήταν σεξιστικά. Την υπόθεση βιασμού είχε χειριστεί ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης.
Μετά τη δημόσια κατακραυγή που προκλήθηκε για τον χειρισμό της υπόθεσης, όπως αποκαλύφθηκε από το ΕΔΑΔ, ο κ. Αγγελίδης παραχώρησε δημοσιογραφική διάσκεψη, στην οποία αναφέρθηκε στην απόφαση του Δικαστήριου.
Το Δίκτυο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας της Κύπρου (CIReN) έκανε έλεγχο επαλήθευσης ενός ισχυρισμού που προέβαλε ο κ. Αγγελίδης σχετικά με την απόφαση του ΕΔΑΔ και εξέδωσε την κρίση του.

Ο Ισχυρισμός
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σ. Αγγελίδης ισχυρίστηκε ότι το ΕΔΑΔ στην απόφαση του εξέφρασε διαφωνία με τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε για να επεξηγηθεί η αιτιολογία της διακοπής της ποινικής δίωξης του Α.Τ. και ήταν της άποψης ότι θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα ο Αγγελίδης ισχυρίστηκε:
«Η αναστολή της υπόθεσης, όταν προέκυψαν νέα αποδεικτικά στοιχεία, ήταν καθαρά μια απόφαση που ελήφθη μετά την αξιολόγηση αυτής της νέας κατάθεσης. Η αιτιολογία για την αναστολή ήταν (όπως) αναφέρθηκε: Θα εμπόδιζε τα θύματα να αναφέρουν τέτοια περιστατικά. Η άποψη που εκφράστηκε στην απόφαση του ΕΔΑΔ ήταν διαφορετική: ότι οι ασυνέπειες που επισημάναμε δεν θα έπρεπε να είχαν διατυπωθεί με τη συγκεκριμένη φρασεολογία και θα έπρεπε να είχαν αντισταθμιστεί από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν. Ωστόσο, επαναλαμβάνω και τονίζω: το ΕΔΑΔ δεν διαπίστωσε κακή πίστη, καταχρηστική διαδικασία, υστεροβουλία ή πρόθεση παραβίασης των δικαιωμάτων του θύματος».
Τα Γεγονότα
Η γυναίκα (Ν.Τ.) κατήγγειλε το 2021 ότι 10 χρόνια νωρίτερα, όταν ήταν 18 ετών, ένας 20χρονος σχολικός της φίλος (Α.Τ.) την βίασε.
Αν και η αστυνομία είχε ξεκινήσει έρευνα και απήγγειλε κατηγορητήριο εναντίον του άνδρα, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Αγγελίδης, τον Δεκέμβριο του 2021, αποφάσισε να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του Α.Τ., σημειώνοντας ότι η αξιοπιστία της αιτούσας παρέμενε αμφισβητήσιμη μετά την «εμφάνιση νέων αποδεικτικών στοιχείων και πρόσθετων καταθέσεων».
Πιο συγκεκριμένα, ο Αγγελίδης θεώρησε ότι η «ομολογία της N.T. ότι της άρεσε ο A.T. ήταν ιδιαίτερα σημαντική για το ζήτημα αξιοπιστίας, καθώς θα μπορούσε να έχει επηρεάσει κατά κάποιον τρόπο τη συμπεριφορά της, στέλνοντάς του το λάθος μήνυμα ότι η συγκατάθεσή της ήταν αυτονόητη».
Σημείωσε περαιτέρω ότι, “ανεξάρτητα από την αξιοπιστία της, ήταν σημαντικό να εξεταστεί εάν ο A.T. θα μπορούσε υποκειμενικά, έστω και λανθασμένα, να πιστέψει ότι η καταγγέλλουσα είχε συναινέσει. Εάν αυτό ίσχυε, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του αδικήματος του βιασμού”.
O Αγγελίδης πρόσθεσε ότι “η απόφασή του βασίστηκε επίσης στις χαμηλές πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου και ότι η αποτυχία σε αρκετές ποινικές διώξεις θα μπορούσε να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τα θύματα να καταγγέλλουν τέτοια αδικήματα στο μέλλον”.
Η Ν.Τ. κατέθεσε αγωγή κατά της Κύπρου στο ΕΔΑΔ, ισχυριζόμενη ότι οι κυπριακές αρχές δεν διερεύνησαν και δεν άσκησαν αποτελεσματιή δίωξη σε σχέση με τις καταγγελίες της για βιασμό και ότι υπέστη διάκριση λόγω φύλου.
Τι είπε στην πραγματικότητα το ΕΔΑΔ;
Το ΕΔΑΔ σημείωσε ανάμεσα σε άλλα σε σχέση με την απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει την ποινική δίωξη εναντίον του Α.Τ.:
- «Η απόφαση να διακοπεί η δίωξη της Α.Τ. δεν βασίστηκε στην έλλειψη επιβεβαιωτικών αποδεικτικών στοιχείων. Βασίστηκε μάλλον στις φερόμενες ασυνέπειες των καταθέσεων της προσφεύγουσας».
- “Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι εισαγγελείς γνώριζαν ήδη την προηγούμενη συμπάθεια της A.T. και είχαν ενημερωθεί για τα μηνύματά της προς αυτόν όταν αποφάσισαν να ασκήσουν νέες κατηγορίες ενώπιον του Εφετείου στις 10 Ιουνίου 2021 . Ως εκ τούτου, η απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει την ποινική διαδικασία δεν φαίνεται πειστική”.
- «Το συμπέρασμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα φαίνεται επιλεκτικό, με μια στάση που κατηγορεί το θύμα. Έθεσε την αιτούσα σε δευτερογενή θυματοποίηση μέσω στερεοτύπων που προκαλούν ενοχή, ηθικολογούν και είναι σεξιστικά, δίνοντας δυσανάλογη έμφαση στην έκφραση των συναισθημάτων της προς τον Α.Τ., ενώ παράλληλα δεν έλαβε υπόψη βασικά στοιχεία που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν την απουσία συναίνεσης».
- “Το Δικαστήριο αποδίδει σημασία στην αποτυχία των αρχών να εκπληρώσουν το βασικό τους καθήκον, που είναι η αξιολόγηση του ζητήματος της μη συναίνεσης. Παρά τον δευτερεύοντα ρόλο του στην υπόθεση, το Δικαστήριο εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για το γεγονός ότι οι αρχές δεν προσπάθησαν να σταθμίσουν τα αντικρουόμενα στοιχεία και δεν κατέβαλαν συνεπείς προσπάθειες για να διαπιστώσουν τα πραγματικά περιστατικά, προβαίνοντας σε αξιολόγηση που να λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο”.
- “Το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι οι αρχές δεν κατάφεραν να αποδείξουν τα γεγονότα, κάνοντας αξιολόγηση που να λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο και τους ειδικούς ψυχολογικούς παράγοντες που είναι εγγενείς σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης, ιδίως από πρόσωπο που είναι κοντά στο θύμα”.
- “Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ορισμένες εκφράσεις και επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν οι εισαγγελείς και, εν τέλει, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας κατά την εκτίμηση της παρούσας υπόθεσης εκφράζουν προκαταλήψεις και σεξιστικά στερεότυπα που ενδέχεται επίσης να αποθαρρύνουν τις γυναίκες, ως θύματα έμφυλης βίας, από το να εμπιστεύονται το δικαστικό σύστημα. Τα προηγούμενα πορίσματα του Δικαστηρίου σχετικά με τη δευτερογενή θυματοποίηση που υπέστη η προσφεύγουσα αρκούν για να του επιτρέψουν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι της απόφασης του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα (ως τελικής απόφασης στην υπόθεση) ήταν διαποτισμένοι με διακρίσεις λόγω φύλου.”
- “Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει, βάσει όλων των ανωτέρω, στο συμπέρασμα ότι οι ελλείψεις των εθνικών αρχών, και συγκεκριμένα οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση της γνησιότητας της συγκατάθεσης της προσφεύγουσας, όχι μόνο της στέρησαν την κατάλληλη προστασία, αλλά την εξέθεσαν και σε δευτερογενή θυματοποίηση, η οποία επίσης συνιστά διάκριση”.
Ετυμηγορία: Παραπλανητική

Παρόλο που στην δήλωσή του ο Αγγελίδης αναγνωρίζει ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων του θύματος, ο συνολικός χαρακτηρισμός της απόφασης του ΕΔΑΔ είναι παραπλανητικός, καθώς παρουσιάζει τα πορίσματα του Δικαστηρίου ως διαφωνία σχετικά με τη γλώσσα και τη μεθοδολογία και όχι ως ουσιαστική κριτική για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η υπόθεση στο σύνολό της.
Το Δικαστήριο στην καταδικαστική του απόφαση του δεν επικρίνει μόνο τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε και τον τρόπο χειρισμού των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά διαφωνεί επίσης με την απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει τη δίωξη, λέγοντας ότι αυτή βασίστηκε σε «υποτιθέμενες ασυνέπειες», χαρακτηρίζοντάς την «μη πειστική». Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι το συμπέρασμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, ενώ εκθέτει τη αιτούσα σε δευτερογενή θυματοποίηση, «δεν έλαβε υπόψη βασικά στοιχεία που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν την απουσία συναίνεσης».
