Πήγαινε πίσω

Ο ευρωβουλευτής Φειδίας Παναγιώτου ισχυρίζεται ψευδώς ότι οι κυρώσεις που επέβαλε η Δύση δεν έχουν επηρεάσει καθόλου τη Ρωσία

Ο ευρωβουλευτής Φειδίας Παναγιώτου ισχυρίζεται ψευδώς ότι οι κυρώσεις που επέβαλε η Δύση δεν έχουν επηρεάσει καθόλου τη Ρωσία
Credit: Turgut Denizgil

Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, διεξάγεται συνεχώς συζήτηση για τον αντίκτυπο των κυρώσεων που επέβαλε η Δύση στις οικονομίες τόσο της Ρωσίας, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια τέτοια συζήτηση προέκυψε πρόσφατα κατά τη διάρκεια συζήτησης σε podcast μεταξύ του Έλληνα Υπουργού Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, και του Κύπριου ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου.

Κατά τη συζήτηση, ο Παναγιώτου ισχυρίστηκε ότι οι κυρώσεις της Δύσης κατά της Ρωσίας επηρεάζουν την ΕΕ, αλλά δεν επηρεάζουν καθόλου τη Ρωσία.

Το Κυπριακό Δίκτυο Διερευνητικής Δημοσιογραφίας (CIReN) εξέτασε αυτόν τον ισχυρισμό, συγκρίνοντας διαχρονικά και τρέχοντα οικονομικά στοιχεία, καθώς και τις επιπτώσεις που είχαν οι κυρώσεις σε επιμέρους οικονομικούς τομείς, αλλά και στο ευρύτερο μακροοικονομικό πλαίσιο για την ΕΕ και την Ρωσία, προκειμένου να αξιολογήσει την ακρίβειά του.

Ο ισχυρισμός

Στις 8 Οκτωβρίου 2025, ο ευρωβουλευτής Φειδίας Παναγιώτου ανάρτησε ένα podcast με τον Υπουργό Υγείας της Ελλάδας, Άδωνι Γεωργιάδη, στο οποίο επανέλαβε το γνωστό ισχυρισμό ότι οι κυρώσεις που επέβαλε η Δύση δεν είχαν κανένα αντίκτυπο στη Ρωσία.

“Εμάς βλάπτουν” (οι κυρώσεις) Και τη Ρωσία, καθόλου, τώρα είμαστε στο 19ο πακέτο κυρώσεων”, ισχυρίστηκε ο Παναγιώτου.

Τα γεγονότα

Ευρωπαϊκη Ένωση

Πριν από τον πόλεμο, η Ρωσία προμήθευε την ΕΕ περίπου το 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Οι τιμές εκτοξεύτηκαν εν μία νυκτί και οι βιομηχανίες από τη Γερμανία έως την Ιταλία αναζητούσαν εναλλακτικές λύσεις. Μέχρι το τέλος του 2022, ο ετήσιος πληθωρισμός της ΕΕ έφθασε στο 9,2%, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί ποτέ σύμφωνα με την Eurostat. Το καίριο στοιχείο είναι ότι το κόστος της ενέργειας επηρεάζει τα πάντα, από τα ράφια των σούπερ μάρκετ έως τη θέρμανση των σπιτιών. Η ανάπτυξη σημείωσε απότομη επιβράδυνση. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η οικονομία της ΕΕ ανέκαμψε από την πανδημία το 2021, σημειώνοντας αύξηση 6,3%, αλλά μέχρι το 2022 η ανάπτυξη υποχώρησε στο 3,5%. Το 2023 σχεδόν σταμάτησε, σημειώνοντας αύξηση μόλις 0,5%, και το 2024 η αύξηση έφθασε στο 1%. Ωστόσο, η ΕΕ προσαρμόστηκε. Μέσα σε δύο χρόνια είχε σχεδόν εξαλείψει την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών, η οποία από το 40% περιορίστηκε σε περίπου 11% το 2024. Ο πληθωρισμός υποχώρησε σε μεγάλο βαθμό. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη ήταν 2,2%. Το 2025, η οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά περίπου 1,2%, αντανακλώντας μια ήπια ανάκαμψη ύστερα από χρόνια στασιμότητας, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Ωστόσο, οι αναλυτές του ΟΟΣΑ σημειώνουν ότι «η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν επιβαρύνει την ανάπτυξη», εμποδίζοντας τις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την παραγωγικότητα.

Ρωσία

Για τρεις δεκαετίες μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η οικονομία της Ρωσίας, εξαιρουμένων των στρατιωτικών τομέων, στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε τρεις πυλώνες: τις εξαγωγές ενέργειας προς την Ευρώπη, τις ξένες επενδύσεις και την πρόσβαση σε δυτικές τεχνολογίες. Όταν το Κρεμλίνο εξαπέλυσε την ολομέτωπη εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η Ρωσία αναγκάστηκε να αναδιαρθρώσει γρήγορα την οικονομία της για να αντέξει τον παρατεταμένο πόλεμο. Κρίσιμο ρόλο έπαιξαν οι κυρώσεις που επέβαλε η Δύση, οι οποίες αναδιαμόρφωσαν το τι μπορούσε η Ρωσία να κατασκευάσει, να αγοράσει, να εισαγάγει και να εξαγάγει, καθώς επιβλήθηκαν δραστικοί περιορισμοί σε βασικά αγαθά, τεχνολογίες και χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

Η πρώτη σειρά κυρώσεων, που επιβλήθηκε σχεδόν αμέσως μετά την εισβολή, απέκλεισε τις σημαντικότερες ρωσικές τράπεζες από το SWIFT, το παγκόσμιο διατραπεζικό δίκτυο ανταλλαγής μηνυμάτων που χρησιμοποιείται για τις πληρωμές. Ταυτόχρονα, αυστηροί έλεγχοι στις εξαγωγές έπληξαν την τεχνολογία, τα μηχανήματα και τα προϊόντα διπλής χρήσης – για οικονομικούς, αλλά και στρατιωτικούς σκοπούς – που προορίζονταν για τη Ρωσία. Το εμπόριο της Ρωσίας με τις οικονομίες που της επέβαλαν κυρώσεις μειώθηκε κατά περίπου 25 % (μέσος όρος), σύμφωνα με το Κέντρο Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής, έναν ανεξάρτητο πανευρωπαϊκό μη κερδοσκοπικό οργανισμό.

Σε πολλές περιπτώσεις η Ρωσία αναγκάστηκε να καλύψει τις ανάγκες της για εισαγωγές από χώρες που δεν της επέβαλαν κυρώσεις. Οι δυτικές κυρώσεις δεν εμπόδισαν τη Ρωσία να αγοράζει στρατηγικά προϊόντα, αλλά είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, έκαναν τις αγορές αυτές πιο δύσκολες και πιο ακριβές, σύμφωνα με το Κέντρο Μελετών Πρόβλεψης και Διεθνούς Πληροφόρησης (CEPII), ένα γαλλικό κέντρο έρευνας και εμπειρογνωμοσύνης για την παγκόσμια οικονομία. Το Κέντρο αυτό υποστηρίζει ότι ο κύριος οικονομικός αντίκτυπος των κυρώσεων δεν είναι η μείωση των εισαγωγών, αλλά το υψηλότερο κόστος των εισαγωγών.

Συνολικά, τα μέτρα αυτά αύξησαν το κόστος των διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Ρωσίας, δυσχέραναν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και το εμπόριο και περιόρισαν την πρόσβαση σε ξένη τεχνολογία.

Επιπλέον, μεγάλο μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας παγοποιήθηκε μαζί με τα περιουσιακά στοιχεία των ατόμων και των εταιρειών που έχουν τεθεί κάτω από κυρώσεις. Σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις που δημοσιεύθηκαν από το Reuters, το Carnegie Politika, την Ομάδα Εργασίας για τις Ρωσικές Ελίτ και τους Ολιγάρχες (REPO), το Υπουργείο Εξωτερικών, Κοινοπολιτείας και Ανάπτυξης του Ηνωμένου Βασιλείου και την Υπηρεσία Ερευνών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το ποσό αυτό εκτιμάται σήμερα μεταξύ 250 και 335 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Η δέσμευση των αποθεματικών αφαίρεσε ένα βασικό δημοσιονομικό/συναλλαγματικό απόθεμα ασφαλείας που η Ρωσία θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να χρησιμοποιήσει για τη σταθεροποίηση του ρουβλίου, τη χρηματοδότηση των εισαγωγών ή την προχρηματοδότηση των προμηθειών.

Στα τέλη του 2022 και στις αρχές του 2023, ήρθε ένα άλλο κρίσιμο πακέτο: οι κυρώσεις που αφορούσαν το πετρέλαιο και την ενέργεια. Η ΕΕ επέβαλε σταδιακό εμπάργκο στο ρωσικό αργό πετρέλαιο που μεταφέρεται δια θαλάσσης και η Ομάδα των 7 Πλέον Βιομηχανικών Χωρών του Κόσμου (G7) συμφώνησε να θέσει ανώτατο όριο τιμής 60 δολάρια ΗΠΑ/βαρέλι για το ρωσικό αργό πετρέλαιο. Τα μέτρα αυτά είχαν σημαντικό αντίκτυπο διότι ο προϋπολογισμός και τα έσοδα από συναλλαγματικές ισοτιμίες της Ρωσίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Το 2022, οι υψηλές τιμές της ενέργειας σε παγκόσμιο επίπεδο αντιστάθμισαν σε μεγάλο βαθμό τους αρχικούς περιορισμούς, προσφέροντας στη Ρωσία ρεκόρ εσόδων από πετρέλαιο και φυσικό αέριο ύψους περίπου 168 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με το κρατικό ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS. Το 2023, ωστόσο, η Ρωσία αναγκάστηκε να πουλήσει πετρέλαιο με μεγάλες εκπτώσεις, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα έσοδα της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε περίπου 99 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Μέχρι το 2024, η Μόσχα προσαρμόστηκε εν μέρει χρησιμοποιώντας έναν « σκιώδη στόλο » και ανακατευθύνοντας τις εξαγωγές προς την Ασία. Σε συνδυασμό με τις υψηλότερες παγκόσμιες τιμές, αυτό ανέβασε τα έσοδα ξανά σε περίπου 108 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, σύμφωνα με το Reuters.

Σε απάντηση, οι δυτικές κυβερνήσεις άρχισαν να επιβάλλουν άμεσα κυρώσεις σε πλοία, ιδιοκτήτες και ασφαλιστικές εταιρείες που εμπλέκονταν σε αυτό το δίκτυο, ενισχύοντας τους ελέγχους στα λιμάνια και διακόπτοντας την πρόσβαση σε δυτικές υπηρεσίες. Μέχρι το 2025, πάνω από 440 δεξαμενόπλοια που συνδέονταν με τις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου μπήκαν σε μαύρη λίστα, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη του στόλου και αυξάνοντας τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης. Αν και η παράκαμψη εξακολουθεί να είναι δυνατή, είναι πιο δαπανηρή, σηματοδοτώντας την εξέλιξη των κυρώσεων από τα γενικά εμπάργκο σε πιο αυστηρές, στοχευμένες κυρώσεις που κλείνουν τα κενά.

Το 2025, οι χαμηλότερες τιμές του πετρελαίου παγκοσμίως, η βελτιωμένη επιβολή των κυρώσεων από τη Δύση και η ενίσχυση του ρουβλίου οδήγησαν εκ νέου σε μείωση των εσόδων. Μόνο τον Οκτώβριο, τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μειώθηκαν κατά 27% σε ετήσια βάση, δηλαδή σε περίπου 9,7 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με την Moscow Times.

Συνολικά, τα μέτρα περιορισμού στον τομέα της ενέργειας αποδείχθηκαν εν μέρει αποτελεσματικά: αρχικά μείωσαν δραστικά τα έσοδα, αμβλύνθηκαν από τις προσαρμογές της Ρωσίας το 2024 και επανέκτησαν την επίδρασή τους το 2025. Η τελική αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται τόσο από τις τιμές της αγοράς όσο και από τη συνέπεια της διεθνούς επιβολής των μέτρων.

Στα χαρτιά, το ΑΕΠ της Ρωσίας παρουσίασε σταθερή ανάπτυξη τα τελευταία τρία χρόνια. Μετά από συρρίκνωση κατά 1,4% το 2022, το πραγματικό ΑΕΠ ανέκαμψε κατά 4,1% το 2023 και 4,3% το 2024, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Ωστόσο, αυτή η φαινομενική ανάκαμψη κρύβει μια θεμελιώδη μετατόπιση από μια οικονομία αγοράς σε μια οικονομία πολέμου. Για παράδειγμα, οι αμυντικές δαπάνες σχεδόν διπλασιάστηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ, αυξάνοντας από 3,6% το 2021 σε λίγο πάνω από 7% το 2024.

Ο οικονομολόγος και πρύτανης του London Business School Sergei Guriev επισημαίνει ότι, ενώ οι κρατικές αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού αυξάνουν το ΑΕΠ κατά δισεκατομμύρια, αυτές οι δαπάνες δημιουργούν ελάχιστη διαρκή αξία, καθώς τα αγαθά καταστρέφονται τελικά στη μάχη. Σημειώνει επίσης ότι οι κρατικές πληρωμές σε πεσόντες ή τραυματίες στρατιώτες, μαζί με τις βιομηχανίες που σχετίζονται με τον πόλεμο εκτός των παραδοσιακών αμυντικών δαπανών, διογκώνουν περαιτέρω την οικονομική παραγωγή, χωρίς να ενισχύουν την ευρύτερη οικονομία.

«Από τη στιγμή που θα ανιχνεύσετε τις βιομηχανίες που σχετίζονται με τον πόλεμο, όπως κάνουν ορισμένοι αναλυτές, το συμπέρασμα που τελικά θα βγάλετε είναι ότι όλη η ανάπτυξη συγκεντρώνεται στον στρατιωτικό τομέα», δήλωσε ο Guriev.

Αυτή η αλλαγή έχει το κόστος της.

«Η αναπόφευκτη συνέπεια είναι ότι η οικονομία της αγοράς θα συρρικνωθεί, ενώ θα επεκταθεί το στρατιωτικο-βιομηχανικό συγκρότημα. Εν τέλει, ο πληθωρισμός θα μειώσει και τα εισοδήματα του πληθυσμού. Το πόσο άσχημα θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται από την εξέλιξη των κυρώσεων και της τιμής του πετρελαίου», δήλωσε ο Janis Kluge, ανώτερος συνεργάτης του Γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας, στο Euronews.

Ενώ ο πληθωρισμός έχει μειωθεί στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες, η Ρωσία συνεχίζει να αντιμετωπίζει επίμονα υψηλή αύξηση των τιμών. Σύμφωνα με τη Rosstat, την επίσημη στατιστική υπηρεσία της Ρωσίας, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 10,3% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο του 2025, πολύ πάνω από τον στόχο της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας που είναι 4%.

Οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί εξαιρετικά απότομα: σύμφωνα με την εφημερίδα “The Moscow Times”, ο συνολικός πληθωρισμός των τροφίμων ανήλθε κατά μέσο όρο στο 12,4%. Το περιοδικό “The Economist” έγραψε ότι οι τιμές των φρούτων και των λαχανικών αυξήθηκαν κατά μέσο όρο πάνω από 20% κατά το περασμένο έτος. Οι τιμές των πατατών σχεδόν διπλασιάστηκαν και αυξάνοναν κατά περίπου 173% σε ετήσια βάση μέχρι τον Μάιο του 2025. Οι τιμές του βουτύρου αυξήθηκαν κατά περίπου 25,7%, σύμφωνα με την εφημερίδα “The Moscow Times”, η οποία επικαλείται στοιχεία της Ρωσικής Στατιστικής Υπηρεσίας Rosstat. Η αύξηση αυτή έχει αλλάξει ακόμη και τις μεθόδους πώλησης, με την εφημερίδα Novaya Gazeta να αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ορισμένοι λιανοπωλητές έχουν αρχίσει να κλειδώνουν τις συσκευασίες βουτύρου σε πλαστικά κουτιά για να αποτρέψουν τις κλοπές.

Εν τω μεταξύ, η αύξηση του ΑΕΠ της Ρωσίας επιβραδύνθηκε σημαντικά. Το πρώτο εξάμηνο του 2025, σημείωσε αύξηση μόλις κατά 1,2%, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων TASS, γεγονός που σηματοδοτεί τον κίνδυνο ύφεσης. Ο Guriev σημειώνει ότι η συζήτηση για την οικονομική πολιτική στη Ρωσία έχει πλέον «μετατοπιστεί από την ευφορία ανάπτυξης που προκάλεσε ο πόλεμος σε αντιδικίες για το αν η οικονομία βρίσκεται σε στασιμότητα ή έχει εισέλθει σε ύφεση».

Η ετυμηγορία: Ψευδής

Ο ισχυρισμός του Παναγιώτου είναι ψευδής. Ενώ οι δυτικές κυρώσεις προκάλεσαν βραχυπρόθεσμη οικονομική δυσχέρεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η άποψη ότι «δεν έβλαψαν καθόλου τη Ρωσία» είναι αποδεδειγμένα ανακριβής. Τα στοιχεία δείχνουν σαφώς ότι η ΕΕ αντιμετώπισε ένα άμεσο αλλά προσωρινό σοκ, ενώ η Ρωσία υφίσταται βαθύτερη, διαρθρωτική ζημιά που θα υπονομεύσει την οικονομία της για τα επόμενα χρόνια.

Για την ΕΕ, ο αντίκτυπος ήταν ορατός και άμεσος: ραγδαία αύξηση των τιμών της ενέργειας, ρεκόρ πληθωρισμού και επιβράδυνση της ανάπτυξης, καθώς η ήπειρος άρχισε σταδιακά να αποκόπτεται από τις ρωσικές προμήθειες ενέργειας. Ωστόσο, προσαρμόστηκε. Μέσα σε δύο χρόνια, εξαλείφει σταδιακά την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό και η οικονομική σταθερότητα επιστρέφει.

Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, διέρχεται μέσα από μια πολύ διαφορετική πορεία. Αν και τα συνολικά στοιχεία για το ΑΕΠ υποδηλώνουν ανθεκτικότητα, η ανάπτυξη αυτή οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην πολεμική οικονομία, με τις αμυντικές δαπάνες να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από το 2021 ως ποσοστό του ΑΕΠ, σύμφωνα με εκτιμήσεις, και τις βιομηχανίες να έχουν αναπροσανατολιστεί προς την παραγωγή όπλων αντί για αγαθά κατανάλωσης. Αυτή η μετατόπιση έχει αποστραγγίσει εργατικό δυναμικό και πόρους από την ευρύτερη οικονομία, οδηγώντας σε ελλείψεις, υψηλό πληθωρισμό και μείωση του βιοτικού επιπέδου.

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, οι κυρώσεις έχουν απομονώσει τη Ρωσία οικονομικά και τεχνολογικά. Το πάγωμα των αποθεμάτων της κεντρικής τράπεζας, οι περιορισμοί στις εξαγωγές πετρελαίου και οι περιορισμοί στην πρόσβαση στη δυτική τεχνολογία έχουν υπονομεύσει την παραγωγική ικανότητα της χώρας. Αν και η Ρωσία έχει καταφέρει να ανακατευθύνει μέρος του εμπορίου της μέσω της Ασίας και να χρησιμοποιήσει έναν « σκιώδη στόλο» για να παρακάμψει τα όρια στις εξαγωγές πετρελαίου, αυτές οι λύσεις είναι δαπανηρές και μη βιώσιμες.

Το παρόν πρόγραμμα υποστηρίζεται από το European Media and Information Fund (EMIF). Την αποκλειστική ευθύνη για οποιοδήποτε περιεχόμενο που υποστηρίζεται από το EMIF φέρουν οι συντάκτες του προγράμματος και αυτό ενδέχεται να μην αντανακλά κατ’ ανάγκην τις θέσεις του EMIF και των εταίρων του Ταμείου, του Ιδρύματος Calouste Gulbenkian και του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου.

Επισκόπηση τοποθέτησης
Τουρκοκυπριακά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν ψευδείς πληροφορίες για απευθείας πτήσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και βόρειας Κύπρου
Επόμενη Ανάρτηση
Εταιρείες Τουρκοκύπριου επιχειρηματία ερευνώνται στην Τουρκία για ξέπλυμα χρήματος