Στο πλαίσιο ενός προγράμματος διεθνούς δημοσιογραφικής συνεργασίας με μέσα ενημέρωσης στη Μάλτα και την Πορτογαλία, το CIReN προσπαθεί εδώ και πάνω από 12 μήνες να βρει τα ονόματα των μεγαλύτερων εταιρειών οι οποίες αντλούν νερό από τα υπόγεια ύδατα στο νησί. Ζητεί να πληροφορηθεί, την ποσότητα του νερού που έχουν άδεια να αντλούν και την ποσότητα που εν τέλει αντλούν στην πραγματικότητα.
Στόχος του προγράμματος ήταν να προσδιοριστεί ποιοι έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν δυσανάλογα ζωτικό δημόσιο αγαθό όπως είναι τα υπόγεια ύδατα – ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, δεδομένου ότι η Κύπρος, η Μάλτα και η Πορτογαλία είναι τρεις χώρες που αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα λειψυδρίας. Στην Κύπρο, ωστόσο, η συλλογή των δεδομένων αυτών αποδείχθηκε αδύνατη.
Παρά την ισχύουσα νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας για το δικαίωμα στην ελεύθερη πληροφόρηση — συγκεκριμένα τον Νόμο περί Δικαιώματος Πρόσβασης σε Πληροφορίες του Δημόσιου Τομέα του 2020 — και τις ευρωπαϊκές συμβάσεις για την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες που έχουν επίσης ενσωματωθεί στην κυπριακή νομοθεσία, το CIReN δεν κατάφερε να λάβει πληροφορίες χωρίς απόκρυψη στοιχείων σχετικά με τα ονόματα των κύριων επιχειρηματικών φορέων που αντλούν νερό. Τα επαναλαμβανόμενα αιτήματα προς τις αρμόδιες αρχές αγνοήθηκαν ή δεν απαντήθηκαν επαρκώς στα επίμαχα σημεία.
Διαφάνεια έναντι εμπιστευτικότητας
Το επίσημο αίτημα του CIReN προς το Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων (ΤΑΥ), το οποίο είναι αρμόδιο για τη διαχείριση, την ανάπτυξη και την προστασία των υδάτινων πόρων της χώρας, βασίστηκε στη Σύμβαση του Άαρχους, μια ιστορική διεθνή συμφωνία που συνδέει άμεσα τα περιβαλλοντικά δικαιώματα με τα ανθρώπινα δικαιώματα· καθώς και στην οδηγία 2003/4/ΕΚ της ΕΕ, η οποία εφαρμόζει τον πρώτο πυλώνα της Σύμβασης του Άαρχους, διασφαλίζοντας την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχουν ή διαχειρίζονται οι δημόσιες αρχές.
Η Σύμβαση του Άαρχους υπογράφηκε το 1998, θεσπίζοντας την αρχή ότι η βιώσιμη ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της λογοδοσίας και της διαφάνειας των κυβερνήσεων. Η Σύμβαση θεσπίζει συγκεκριμένα τη νομική υποχρέωση για τις κρατικές αρχές να παρέχουν πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες στο κοινό, όταν αυτό εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Βάσει της Σύμβασης, οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται να παρέχουν περιβαλλοντικές πληροφορίες σε οποιονδήποτε αιτούντα, χωρίς να απαιτείται αιτιολόγηση της αίτησης, και μάλιστα εντός ενός μήνα στις περισσότερες περιπτώσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία επικύρωσε τη Σύμβαση το 2003 και ενσωμάτωσε την αντίστοιχη οδηγία της ΕΕ το 2004.
Η σύμβαση προβλέπει πράγματι κάποια δυνατότητα άρνησης της δημοσιοποίησης με το αιτιολογικό της προστασίας του απορρήτου εμπορικών και βιομηχανικών πληροφοριών, «όταν το απόρρητο αυτό προστατεύεται από το νόμο με σκοπό την προστασία έννομου οικονομικού συμφέροντος». Ωστόσο, η ίδια η σύμβαση διευκρινίζει ότι οι περιβαλλοντικές πληροφορίες μπορούν να υπερισχύουν του απορρήτου σε περιπτώσεις όπου η δημοσιοποίηση είναι απαραίτητη για την προστασία του περιβάλλοντος ή για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
Εκτός από τη Σύμβαση του Άαρχους, στο αίτημά του για πληροφορίες προς το ΤΑΥ, το CIReN επικαλέστηκε επίσης το νόμο που τέθηκε σε ισχύ στην Κύπρο τσχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες που κατέχουν δημόσιοι φορείς.
Ο νόμος περί «Προστασίας της τεχνογνωσίας και των μη δημοσιοποιημένων επιχειρηματικών πληροφοριών (εμπορικά μυστικά) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη» αναφέρει ρητά ότι [ο νόμος] δεν επηρεάζει «την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της ενημέρωσης, όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού της ελευθερίας και του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης».
Η περιβαλλοντολόγος και ακτιβίστρια Νατάσα Ιωάννου δήλωσε στο CIReN ότι «στην Κύπρο, οι περιβαλλοντικές πληροφορίες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εμπιστευτικές εξ ορισμού. Η εθνική ασφάλεια και τα πραγματικά προστατευόμενα εμπορικά συμφέροντα μπορεί να δικαιολογούν περιορισμένες εξαιρέσεις, αλλά οι περιβαλλοντικές πληροφορίες σχετικά με τη χρήση των υπόγειων υδάτων, τις άδειες, τις υποδομές και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι σαφώς προς το δημόσιο συμφέρον και πρέπει να είναι προσβάσιμες σύμφωνα με τη Σύμβαση του Άαρχους».
«Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση στους υδάτινους πόρους και το φυσικό περιβάλλον της, η έγκαιρη πρόσβαση στις πληροφορίες είναι απαραίτητη για τον δημόσιο έλεγχο και τη λογοδοσία», πρόσθεσε η Νατάσα Ιωάννου.
Η αύξηση της στάθμης των υδάτων
Τον Σεπτέμβριο του 2025, το CIReN υπέβαλε το αρχικό του αίτημα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς το Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων (ΤΑΥ), ζητώντας κατάλογο των εταιρειών ή των κατόχων αδειών που διαθέτουν άδειες άντλησης νερού από το τμήμα για εμπορικούς σκοπούς, καθώς και τις ποσότητες που άντλησε η καθεμία για το έτος 2024.
Τον Φεβρουάριο του 2026, μετά από επανειλημμένες ανεπιτυχείς επαφές με το ΤΑΥ, το CIReN υπέβαλε ένα ακόμη επίσημο αίτημα στο τμήμα, ζητώντας ξεχωριστό κατάλογο των εταιρειών ή των κατόχων αδειών με τα υψηλότερα επίπεδα άντλησης κατά τα έτη 2020 έως 2025, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιούνται, τα πραγματικά επίπεδα άντλησης και τις επιτρεπόμενες από την άδεια ποσότητες άντλησης. Ζητήθηκε επίσης ο κατάλογος όσων κατέχουν τέτοιες άδειες για εμπορικές γεωργικές δραστηριότητες.
Αργότερα τον ίδιο μήνα, το ΤΑΥ απάντησε για πρώτη φορά στα αιτήματα του CIReN μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δηλώνοντας ότι είχε λάβει το αίτημα και ότι θα έδινε απάντηση σύντομα.
Δύο μήνες αργότερα, τον Απρίλιο, το Τμήμα παρέδωσε στο CIReN συγκεντρωτικούς καταλόγους που περιείχαν στοιχεία όπως τα όρια άντλησης, τον σκοπό χρήσης του νερού και τη γενική τοποθεσία, χωρίς όμως τα ονόματα των εταιρειών ή των κατόχων αδειών, ούτε τα στοιχεία πραγματικής άντλησης.
Το ΤΑΥ επικαλέστηκε την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την εμπιστευτικότητα των εμπορικών πληροφοριών ως λόγους για τη μη κοινοποίηση των ζητούμενων πληροφοριών.
Με κεντρικό επιχείρημα ότι η μεγάλης κλίμακας άντληση ενός δημόσιου φυσικού πόρου —ιδίως σε μια χώρα που αντιμετωπίζει έλλειψη νερού— θα πρέπει να υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο, ειδικά όταν η άντληση αδειοδοτείται και ρυθμίζεται από το κράτος, το CIReN υπέβαλε τον Μάιο επίσημο αίτημα βάσει του Νόμου για το Δικαίωμα Πρόσβασης στην Πληροφόρηση (FOIA) προς το ΤΑΥ.
Η αίτηση αφορούσε πληροφορίες σχετικά με τις εταιρείες και τους κατόχους αδειών που διαθέτουν άδειες άντλησης νερού για ποσότητες μεταξύ 10.000 και 20.000 κυβικών μέτρων ετησίως, μεταξύ 20.000 και 30.000 κυβικών μέτρων ετησίως, καθώς και άνω των 30.000 κυβικών μέτρων ετησίως. Μεταξύ των πληροφοριών που ζητήθηκαν ήταν ο σκοπός χρήσης του νερού, το όριο άντλησης και τα πραγματικά στοιχεία άντλησης για τα τρία προηγούμενα έτη.
Στο αίτημα του, το CIReN υπογράμμισε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η πρόσβαση σε τέτοιου είδους πληροφορίες αποτελεί σημαντική δημόσια πληροφορία με σαφές δημόσιο όφελος, καθώς και γιατί θεωρεί ότι τα δεδομένα δεν πρέπει να αποκρύπτονται για λόγους εμπορικού απορρήτου.
Αντιμετωπίζοντας αυτά τα εμπόδια στην εξασφάλιση των ζητούμενων δεδομένων από το ΤΑΥ, οι δημοσιογράφοι του CIReN προχώρησαν σε περαιτέρω ενέργειες τον Ιούλιο, υποβάλλοντας καταγγελία στο Γραφείο της Επιτρόπου Πληροφοριών της Κύπρου, στην οποία περιγράφονταν λεπτομερώς οι μεγάλες καθυστερήσεις στη λήψη απάντησης και η αδυναμία απόκτησης των σχετικών πληροφοριών.
Στο παράπονο περιλαμβανόταν επίσης το επιχείρημά μας ότι τα δεδομένα αυτά θα έπρεπε να είναι δημόσια, καθώς η άντληση μεγάλων ποσοτήτων νερού για εμπορικούς σκοπούς αποτελεί σημαντική χρήση ενός σπάνιου δημόσιου πόρου που απαιτεί λογοδοσία.
Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης αυτού του άρθρου, το CIReN είχε λάβει μόνο μια ειδοποίηση από το γραφείο του Επιτρόπου Πληροφοριών, στην οποία επιβεβαιωνόταν η παραλαβή του παραπόνου και αναφερόταν ότι αυτό βρίσκεται υπό εξέταση, ενώ συνεχίζονται οι έρευνες προς το ΤΑΥ.
Η Πορτογαλία υιοθετεί παρόμοια στάση
Οι εταίροι του προγράμματος μας στα μέσα ενημέρωσης της Πορτογαλίας αντιμετώπισαν παρόμοιες προκλήσεις με το CIReN, καθώς οι εκεί αρχές δεν απάντησαν στα αρχικά αιτήματα. Αφού υποβλήθηκε επίσημο αίτημα, οι αρχές έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις.
Ορισμένες, όπως και στην Κύπρο, επικαλέστηκαν τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (GDPR) και το εμπορικό απόρρητο, ενώ άλλες άφησαν να εννοηθεί ότι ενδέχεται να έχουν συνάψει συμφωνίες που περιλαμβάνουν ρήτρες εμπιστευτικότητας με τους κατόχους αδειών.
Ενοχλημένοι από τις απαντήσεις, οι δημοσιογράφοι στην Ποργογαλία υπέβαλαν παράπονα στην Επιτροπή Πρόσβασης σε Διοικητικά Δεδομένα (CADA) για καθεμία από τις δέκα αρχικές αιτήσεις τους. Μετά την ανάλυση των αιτήσεων, η CADA εξέδωσε θετικές γνωμοδοτήσεις υπέρ των δημοσιογράφων σε εννέα από τις δέκα περιπτώσεις.
Αν και οι γνωμοδοτήσεις αυτές εκπονούνται από νομικούς και ειδικούς του τομέα, δεν είναι από μόνες τους νομικά δεσμευτικές. Από τους φορείς που έλαβαν τις αρχικές αιτήσεις, όλοι εκτός από έναν επέλεξαν να αγνοήσουν τη γνωμοδότηση που εξέδωσε η CADA.
Οι εταίροι μας στην Πορτογαλία, μη έχοντας άλλη επιλογή αποφάσισαν να κινήσουν τη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, αλλά διέθεταν μόνο περιορισμένους πόρους για να το πράξουν. Έτσι, οργάνωσαν εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων από το κοινό. Με αρχικό στόχο τα 2.500 ευρώ για κάλυψη των δικαστικών εξόδων, κατάφεραν να συγκεντρώσουν 2.800 ευρώ μέσα σε λίγες εβδομάδες και να ενεργοποιήσουν τις δικαστικές διαδικασίες για την αποκάλυψη των πληροφοριών.
Η Μάλτα ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση
Ενώ η Κύπρος και η Πορτογαλία δεν αποκάλυψαν την ταυτότητα των μεγάλων καταναλωτών άντλησης υπογείων υδάτων, στη Μάλτα παρόμοιες ερευνητικές αιτήσεις οδήγησαν στη συλλογή λεπτομερών στοιχείων για τους καταναλωτές νερού. Οι συνεργάτες μας στα μέσα ενημέρωσης της Μάλτας ζήτησαν και έλαβαν με επιτυχία από τις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με τους κύριους αντλητές νερού και τις ποσότητες που άντλησε ο καθένας από το έδαφος, με μόνο μερικές διαγραφές στα δεδομένα. Με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν στη διάθεσή τους, οι δημοσιογράφοι συνέταξαν δύο άρθρα: «Κέρδος σε κάθε σταγόνα: Οι μεγάλες βιομηχανίες» και «227 εκατομμύρια λίτρα δωρεάν: Οι εταιρείες Polidano στην κορυφή των χρηστών υπόγειων υδάτων της Μάλτας»
Σε προηγούμενο άρθρο μας, στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος, το CIReN αποκάλυψε ότι υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις στην εποπτεία της άντλησης υπόγειων υδάτων στην Κύπρο. Ανέδειξε επίσης ένα από τα λίγα αξιοσημείωτα παραδείγματα επιτυχημένης συνεργασίας που υπεβαίνει τη γραμμή διαίρεσης που χωρίζει την Κύπρο: την αξιοποίηση επεξεργασμένου νερού από τα λήματα της μοιρασμένης Λευκωσίας. Περισσότερες συνεργασίες όπως αυτή θα είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, όπως η ξηρασία και η περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Το άρθρο αυτό δημιουργήθηκε με την υποστήριξη του Journalismfund Europe.
